Ογκολογία

Ένας διαδικτυακός τόπος για την ογκολογία

Χημειοθεραπεία και γεύση

Τι είναι οι γεύσεις;


Υπάρχουν συνολικά 4 κύριες γεύση: το γλυκό, το ξινό, το πικρό και το αλμυρό. Η αίσθηση της γεύσης εντοπίζεται στη γλώσσα. Εκεί, υπάρχουν ειδικοί «αισθητήρες» οι οποίοι ενεργοποιούνται καθώς μασάμε την τροφή μας και αυτή αναμειγνύεται με το σάλιο. Οι αισθητήρες της γλώσσας στέλνουν, στη συνέχεια, μηνύματα προς τον εγκέφαλο σχετικά με το τι γεύση έχει το φαγητό που τρώμε. Ο εγκέφαλος επεξεργάζεται αυτές τις πληροφορίες και αναγνωρίζει τις διαφορετικές γεύσεις.

Ποια είναι τα αίτια αλλαγής της γεύσης;


Οι αλλαγές στη γεύση είναι συχνές κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας. Μερικοί ασθενείς περιγράφουν «μεταλλική» ή «χημική» γεύση. Ο ακριβής λόγος που συμβαίνει αυτό, δεν είναι απόλυτα γνωστός, αν και -εύλογα- θεωρείται πως προέρχεται από καταστροφή των αισθητήριων κυττάρων της γεύσης που βρίσκονται μέσα στη στοματική κοιλότητα και τα οποία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στη χημειοθεραπεία. Η αλλαγή στη γεύση μπορεί να οδηγήσει σε απώθηση λήψης τροφής, απώλεια της όρεξης και κατά συνέπεια απώλεια βάρους, γι’ αυτό και πρέπει να ενημερώσετε το γιατρό σας αν παρουσιάζετε τέτοια συμπτώματα. Χημειοθεραπευτικά φάρμακα που συχνά προκαλούν αλλαγές στη γεύση είναι η σισπλατίνη, η κυκλοφωσφαμίδη, η δοξορουβικίνη, η 5-φθοριο-ουρακίλη, η πακλιταξέλη και η βινκριστίνη. Οι αλλαγές στη γεύση που προκαλούνται από τη χημειοθεραπεία συνήθως σταματάνε 3 έως 4 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας.

Εκτός όμως από τη χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία στην περιοχή της κεφαλής-τραχήλου μπορεί να προκαλέσει βλάβη στους υποδοχείς της γεύσης και στους σιελογόνους αδένες ή ακόμα και στην αίσθηση της όσφρησης (αναλόγως σε ποια περιοχή ακτινοβολείται κάποιος/α). Επειδή η όσφρηση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γεύση, αλλαγές στη μία μπορεί να επηρεάσουν και την άλλη. Η βελτίωση της γεύσης μετά από ακτινοθεραπεία επέρχεται συνήθως 3 εβδομάδες έως 2 μήνες μετά το πέρας της θεραπείας, ενώ η βελτίωση μπορεί να συνεχίζεται μέχρι και ένα έτος.

Άλλοι παράγοντες που μπορούν να συμμετέχουν στις αλλαγές της γεύσης είναι οι χειρουργικές επεμβάσεις στην περιοχή του στόματος, ο τραυματισμός των νεύρων, η χρήση αντιβιοτικών, κλπ.

Τι μπορώ να κάνω για να βελτιώσω την αίσθηση της γεύσης μου;


Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κάποια ειδική θεραπευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της δυσγευσίας από τη χημειοθεραπεία (τουλάχιστον κατά το χρόνο γραφής του άρθρου). Ωστόσο, υπάρχουν μερικές πρακτικές-εμπειρικές συμβουλές που ίσως σας βοηθήσουν να βελτιώσετε την αίσθηση της γεύσης σας.

1. Επιλέξτε τρόφιμα που είναι αρεστά σε εσάς ως προς τη γεύση, την όσφρηση αλλά και την όψη. Ωστόσο, αν έχετε τη δυνατότητα, ζητήστε από κάποιο άτομο του περιβάλλοντός σας να προετοιμάσει το φαγητό, για να μην εκτεθείτε στις έντονες οσμές της κουζίνας.
2. Τρώτε μικρά και συχνά γεύματα, αντί για μεγάλα και λίγα. Είναι σημαντικό να μην χάνετε σωματικό βάρος κατά τη διάρκεια των θεραπειών σας.
3. Αν το φαγητό σας δίνει την εντύπωση της μεταλλικής γεύσης, χρησιμοποιήστε πλαστικά σκεύη και μαχαιροπήρουνα.
4. Δοκιμάστε σταγόνες από λεμόνι (χωρίς ζάχαρη), μαστίχες ή μέντα.
5. Τρώτε φρέσκα φρούτα και λαχανικά αντί για συσκευασμένα.
6. Κάντε στοματικές πλύσεις με μαγειρική σόδα και αλάτι προτού ξεκινήσετε το γεύμα σας. Ξεπλένετε καλά με νερό.
7. Διατηρείτε τη στοματική σας υγιεινή και πλένετε τα δόντια σας. Είναι δυνατό η κακή στοματική υγιεινή επιδεινώνει την δυσγευσία.
8. Αφήνετε το φαγητό σας να κρυώσει ή να έρθει σε θερμοκρασία δωματίου. Αυτό μπορεί να μειώσει τις έντονες γεύσεις και οσμές, κάνοντάς τες πιο εύκολα ανεκτές.
10. Αν το κόκκινο κρέας έχει περίεργη γεύση, δοκιμάστε άλλες τροφές πλούσιες σε πρωτεΐνες όπως κοτόπουλο, ψάρι, αυγά ή τυρί.
11. Αναμειγνύετε φρέσκα φρούτα με παγωτό ή γιαούρτι.

«Πειραματιστείτε» με τα γεύματα σας και ανοίξτε το μυαλό σας στην ποικιλία. Αν το φαγητό έχει πικρή γεύση, προσθέστε κάποια γλυκαντική ουσία. Αν το φαγητό έχει γλυκιά γεύση, προσθέστε σταγόνες λεμονιού ή κάτι αντίστοιχο.

Σε κάθε περίπτωση συμβουλευτείτε το θεράποντα ιατρό σας.

Ενδεικτική βιβλιογραφία


1. http://www.cancer.org/
2. Rehwaldt, M. et al. Self-care strategies to cope with taste changes after chemotherapy. Oncol. Nurs. Forum 36, E47–56 (2009).
3. IJpma, I., Renken, R. J., Horst, G. J. Ter & Reyners, A. K. L. Metallic taste in cancer patients treated with chemotherapy. Cancer Treat. Rev. 41, 179–186 (2015).
4. Hong, J. H. et al. Taste and odor abnormalities in cancer patients. J. Support. Oncol. 7, 58–65 (2009).

Share

Τι είναι το Oncotype;

Τί είναι το Oncotype;
Το Oncotype DX είναι μια γονιδιακή εξέταση που αφορά στις γυναίκες με καρκίνο του μαστού σε αρχικό στάδιο. Χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί η πιθανότητα συστηματικής υποτροπής της νόσου και για να επιλεγούν καλύτερα εκείνες οι γυναίκες που θα ωφεληθούν από τη χορήγηση χημειοθεραπείας.

Ποιες γυναίκες έχουν ένδειξη να κάνουν το Oncotype;
Οι γυναίκες με πρόσφατο πρώιμο καρκίνο του μαστού (σταδίου Ι ή ΙΙ), ο οποίος έχει θετικούς ορμονικούς υποδοχείς, αρνητικό το μόριο c-erb-2 και αρνητικούς μασχαλιαίους λεμφαδένες.

Πώς γίνεται το Oncotype;
Η εξέταση γίνεται σε ένα μικρό δείγμα του καρκινικού ιστού, που έχει αφαιρεθεί κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Το Oncotype εξετάζει τη δράση 21 διαφορετικών γονιδίων του καρκινικού ιστού. Από τα συνολικά 25.000 περίπου γονίδια του ανθρώπινου γονιδιώματος, αναγνωρίστηκαν 250 πιθανά γονίδια που σχετίζονται με τη βιολογική συμπεριφορά του καρκίνου του μαστού. Τα εν λόγω γονίδια μελετήθηκαν σε 400 ασθενείς από τρεις ανεξάρτητες κλινικές μελέτες και από αυτά αναγνωρίστηκαν τα 21 που σχετίζονται ισχυρά με την επιβίωση ελεύθερης απομακρυσμένης υποτροπής.

Πώς δίνεται το αποτέλεσμα του Oncotype;
Το αποτέλεσμα του Oncotype αποτελείται από έναν αριθμό, από το 0 έως το 100 που εκφράζει την πιθανότητα υποτροπής, γι’ αυτό άλλωστε ονομάζεται και recurrence score (RS). Μία γυναίκα με χαμηλό RS έχει χαμηλή πιθανότητα υποτροπής του καρκίνου και μικρές πιθανότητες να ωφεληθεί από τη χορήγηση χημειοθεραπείας. Στην περίπτωση αυτή χορηγείται μόνο ορμονοθεραπεία.

Το σκορ υποτροπής και η πιθανότητα απομακρυσμένης υποτροπής στη 10ετία.
Το σκορ υποτροπής και η πιθανότητα απομακρυσμένης υποτροπής στη 10ετία. Πηγή: Nature Biotechnology 26, 509 – 517 (2008) Corrected online: 8 July 2008, doi:10.1038/nbt0508-509.
Share

Παρενέργειες κορτιζόνης

Τι είναι η κορτιζόνη;


Η κορτιζόλη είναι μία φυσική στεροειδής ορμόνη, η οποία παράγεται από το φλοιό (το εξωτερικό περίβλημα, τη «φλούδα») των επινεφριδίων. Τα επινεφρίδια είναι ενδοκρινείς αδένες που βρίσκονται πάνω από τους νεφρούς (εξου και η ονομασία τους). Η κορτιζόλη είναι απαραίτητη για την εύρρυθμη λειτουργία του οργανισμού και χωρίς αυτή, δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε. Από την άλλη, η υδροκορτιζόνη, είναι μία συνθετική ορμόνη που τη χορηγούμε εξωγενώς και η οποία μιμείται τη δράση της φυσικής κορτιζόλης, που ούτως ή άλλως παράγει ο οργανισμός, όπως είπαμε.

Επινεφρίδια. Πηγή: wikipedia.org
Επινεφρίδια. Πηγή: wikipedia.org

Η κορτιζόνη έχει ανοσοκατασταλτική, αντιφλεγμονώδη και αναλγητική δράση, τις οποίες «εκμεταλλευόμαστε» σε πολλές παθολογικές καταστάσεις.

Συγκεκριμένα για τους ογκολογικούς ασθενείς, η κορτιζόνη χορηγείται σε πάρα πολλές περιπτώσεις. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ορισμένες μόνο:

  1. Ως αποιδηματική αγωγή σε ασθενείς με όγκους του εγκεφάλου και εγκεφαλικό οίδημα (βλ. και ακτινοθεραπεία εγκεφάλου).
  2. Ως αποιδηματική αγωγή σε ασθενείς με συμπίεση του νωτιαίου μυελού (βλ. και οστικές μεταστάσεις).
  3. Ως θεραπευτική αγωγή σε ασθενείς με αιματολογικά κακοήθη νοσήματα του ανοσοποιητικού συστήματος, π.χ. στο πολλαπλό μυέλωμα, στα λεμφώματα και στη λευχαιμία.
  4. Ως θεραπευτική αγωγή σε ασθενείς με συμπαγείς κακοήθειες, π.χ. στη θεραπεία με αμπιρατερόνη (Zytiga) σε ασθενείς με μετασταστικό ευνουχο-άντοχο καρκίνο του προστάτη.
  5. Για την αντιμετώπιση της μετακτινικής πνευμονίτιδας (βλ. ακτινοθεραπεία πνεύμονα).
  6. Ως αντιεμετική αγωγή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία με ιδιαίτερα εμετογόνο σχήμα (βλ. και ναυτία στη χημειοθεραπεία).
  7. Ως ορεξιογόνο, δηλαδή ως φάρμακο που αυξάνει την όρεξη.
  8. Για την πρόληψη αλλεργικών αντιδράσεων που μπορεί να προκαλέσουν τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα (η κορτιζόνη δίνεται πριν τη χορήγηση της χημειοθεραπείας).

Ποιες είναι οι αντενδείξεις χορήγησης κορτιζόνης;


Πολλά νοσήματα και παθολογικές καταστάσεις μπορεί ν’ αποτελούν αντένδειξη χορήγησης κορτιζόνης. Ωστόσο, υπεύθυνος για την στάθμιση του δυνητικού κινδύνου ως προς το προσδοκόμενο ευεργετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα είναι ο θεράπων ιατρός σας.

Γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος, οστεοπόρωση, σακχαρώδης διαβήτης, ψυχώσεις, πρόσφατος ή επικείμενος εμβολιασμός, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βαριά νεφρική ανεπάρκεια, ενεργός λοίμωξη (π.χ. φυματίωση, συστηματική μηκυτίαση, κλπ), ή αιμορραγική διάθεση.

Ποιες είναι ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες της κορτιζόνης;


Η χορήγηση της κορτιζόνης μπορεί να προκαλέσεις ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες μπορεί να εμφανιστούν είτε άμεσα (π.χ. μέσα σε λίγες μέρες) είτε μετά από μακροχρόνια χορήγηση (π.χ. μετά από 3 μήνες). Παραθετούμε ορισμένες από αυτές, σημειώνοντας ωστόσο πως δεν σημαίνει πως κάποιος θα τις εμφανίσει όλες! Αρμόδιος για τον σχεδιασμό του θεραπευτικού σας πλάνου είναι ο γιατρός που σας παρακολουθεί.

Ηλεκτρολυτικές διαταραχές και ύδατος. Μπορεί να προκαλέσει κατακράτηση νατρίου (γι’ αυτό συχνά συστήνεται ανάλατη δίαιτα), κατακράτηση υγρών (γι’ αυτό η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και η βαριά νεφρική ανεπάρκεια είναι αντένδειξη), υποκαλιαιμία.

Μυοσκελετικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η μακροχρόνια χορήγηση κορτιζόνης μπορεί να προκαλέσει μυοπάθεια και μυική αδυναμία με μείωση της μυικής μάζας, οστεοπόρωση και συμπιεστικά κατάγματα σπονδύλων. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσει άσηπτη νέκρωση των κεφαλών του μηριαίου οστού.

Δερματολογικές διαταραχές. Η κορτιζόνη όντας ανοσοκατασταλτική ουσία μπορεί να καθυστερήσει την επούλωση των τραυμάτων, να καταστήσει το δέρμα λεπτό και «εύθραστο».

Νευρολογικές διαταραχές. Ψυχωσικές εκδηλώσεις (γι’ αυτό η προϋπάρχουσα ψυχική νόσος είναι αντένδειξη).

Ενδοκρινολογικές διαταραχές. Μακροχρόνια χορήγηση μπορεί να προκαλέσει ανάπτυξη συνδρόμου Cushing. Επίσης, υπεργλυκαιμία (γι’ αυτό απαιτείται προσοχή σε σακχαροδιαβητικούς).

Οθφαλμικές διαταραχές. Μακροχρόνια χορήγηση μπορεί να προκαλέσει ανάπτυξη καταρράκτη του φακού του οφθαλμού. Άλλες παρενέργειες είναι η αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης (γι’ αυτο το γλαύκωμα είναι αντένδειξη).

Διάφορες άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις και η εξάπλωση σηπτικών (μικροβιακών) φλεγμονών, η συγκάλυψη οξείας χειρουργικής κοιλίας (αθόρυβη περιτονίτιδα σε περιπτώσεις διάτρησης), η αυξημένη όρεξη (μερικές φορές το εκμεταλλευόμαστε αυτό και χορηγείται ως ορεξιογόνο) και ο λόξυγγας.

Βιβλιογραφία


1. Dorland’s Medical Dictionary, W.B. Saunders Company

Share

Ναυτία και έμετος από χημειοθεραπεία

Προβλήματα που προκαλούνται από τη ναυτία και τον έμετο


Η ναυτία και ο έμετος είναι ίσως οι πιο γνωστές παρενέργειες της χημειοθεραπείας και μεταξύ των πλέον δυσάρεστων εμπειριών που βιώνει ένας ογκολογικός ασθενής από τη θεραπεία του. Η αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι επιφέρουν σοβαρά σωματικά και ψυχολογικά προβλήματα.

Στα πρώτα περιλαμβάνονται η αφυδάτωση, οι ηλεκτρολυτικές διαταραχές, η απώλεια βάρους, η πνευμονία από εισρόφηση, κλπ. Ενώ στα ψυχολογικά το άγχος, ο φόβος, η αναμνηστική ναυτία και έμετος (ο ασθενής και μόνο στην ανάμνηση της εμπειρίας του βιώνει ναυτία ή κάνει έμετο), κακή συμμόρφωση του ασθενούς στη θεραπεία, εκ των πραγμάτων μείωση της δόσης των φαρμάκων, κλπ.

Αίτια εμέτου μη προκαλούμενα από χημειοθεραπεία


Υπάρχουν πολλά παθολογικά αίτια τα οποία δεν σχετίζονται άμεσα με τη δράση με της χημειοθεραπείας. Τέτοια είναι για παράδειγμα η εντερική απόφραξη (ειλεός), η ηπατίτιδα, οι λοιμώξεις, ο πόνος (και τα οπιούχα που χορηγούνται για την αντιμετώπισή του), η ουραιμία (αύξηση της ουρίας του αίματος σε νεφρική ανεπάρκεια), η υπερασβεστιαιμία (αύξηση του ασβεστίου στο αίμα), η διαβητική κετοξέωση σε σακχαρο-διαβητικούς ογκολογικούς ασθενείς, η ενδοκράνια υπέρταση (π.χ. σε χωροκατακτητικές εξεργασίες του εγκεφαλου), η κακοήθης αρτηριακη υπέρταση, οι διαταραχές της αίθουσας (οργάνου της ισορροπίας μέσα στο αυτί), κλπ.

Μορφές ναυτίας και εμέτου από χημειοθεραπεία


Σε γενικές γραμμές υπάρχουν τρία είδη εμέτου που μπορεί να προκληθούν από τη χημειοθεραπεία:

  1. O άμεσος ή οξύς έμετος, ο οποίος παρουσιάζεται μέσα στις πρώτες 24 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου (συνήθως όμως μεταξύ 90 λεπτών και 3 ωρών). Η κορύφωσή του συμβαίνει 2 έως 6 ώρες μετά το τέλος της χημειοθεραπείας και διαρκεί 12-16 ώρες. Η ένταση του είναι δοσοεξαρτώμενη (αυξάνεται με τη δόση του χορηγούμενου φαρμάκου).
  2. O όψιμος ή καθυστερημένος έμετος, ο οποίος παρουσιάζεται συνήθως μετά τις πρώτες 24 ώρες, διαρκεί έως και 7 ημέρες, ενώ το μέγιστο της έντασής του παρουσιάζεται τη 2η και την 3η ημέρα.
  3. O αναμνηστικός ή εξαρτώμενος ή προ-χημειοθεραπευτικός έμετος, ο οποίος συμβαίνει συνήθως πριν από την έναρξη της θεραπείας με τη σκέψη του νοσοκομείου ή κάποιο άλλο ερέθισμα που συνδέεται με τη θεραπεία ή τον χώρο όπου αυτή γίνεται. Σχετίζεται με ανεπαρκή έλεγχο της έμεσης σε προηγούμενες θεραπείες και πρόκειται για εξαρτημένο αντανακλαστικό. Διαρκεί μέρες έως και μήνες και η αντιμετώπισή του είναι δύσκολη όταν αναπτυχθεί. Γι’ αυτό το λόγο η πρόληψή του είναι πολύ πιο σημαντική από τη θεραπεία του.

Από τι εξαρτάται η εμφάνιση ναυτίας – εμέτου στη χημειοθεραπεία;


Από το φάρμακο
Δεν έχουν όλα τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα την ίδια εμετογόνο, όπως λέμε, δράση. Δηλαδή δεν έχουν την ίδια πιθανότητα να προκαλέσουν ναυτία ή έμετο. Διακρίνονται σε υψηλής, μέτριας και χαμηλής εμετογόνου δυναμικού. Για παράδειγμα, η υδροξυουρία έχει χαμηλή εμετογόνο δράση, ενώ η σισπλατίνη ιδιαιτέρως υψηλή. Πολύ συχνά στην ογκολογία χρησιμοποιούνται περισσότερα από 1 φάρμακα, σε συνδυασμούς, για ν’αυξηθεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας και να αποφευχθεί η ανάπτυξη αντοχής από τα καρκινικά κύτταρα. Εύλογα, η συγχορήγηση πολλών εμετογόνων φαρμάκων καθιστά το συνδυασμό εξόχως εμετογόνο.

Από τον ασθενή
Εκτός από τη φύση του χημειοθεραπευτικού, καθοριστικό ρόλο στο αν ένας ασθενής θ’ αναπτύξει ναυτία ή έμετο από τη χημειοθεραπεία, παίζει ο ίδιος ο ασθενής. Η ηλικία, το φύλο (οι γυναίκες λιγότερο ανθεκτικές), η χρόνια χρήση αλκοόλ (οι χρήστες περισσότερο ανθεκτικοί), κλπ.

Φάρμακα για την πρόληψη και αντιμετώπιση της έμεσης από χημειοθεραπεία


Η επιλογή της αντι-εμετικής αγωγής για κάθε ασθενή εξαρτάται από το είδος του χημειοθεραπευτικού σχήματος που λαμβάνει και από το ιατρικό ιστορικό του. Σε γενικές γραμμές, για την αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου χρησιμοποιούνται οι εξής ομάδες φαρμάκων:

  • Παράγωγα των βενζαμιδών. Στην κατηγορία αυτή ανήκει η μετοκλοπραμίδη. Είναι από πρώτα χρησιμοποιηθέντα αντιεμετικά. Ελλείψει άλλων πιο αποτελεσματικών θεραπειών, κατά το παρελθόν, χορηγούνταν υψηλές δόσεις μετοκλοπραμίδης με αποτέλεσμα την εκδήλωση εξωπυραμιδικών ανεπιθύμητων παρενεργειών.
  • Αντιισταμινικά. Στην κατηγορία αυτή ανήκει η διφαινυδραμίνη.
  • Κορτικοστεροειδή. Εδώ ανήκουν η μεθυλπρεδνιζολόνη και η δεξαμεθαζόνη.
  • Ανταγωνιστές 5-ΗΤ-3 υποδοχέων (ανταγωνιστές υποδοχέων σεροτονίνης). Σήμερα αποτελούν τα κυριότερα χρησιμοποιούμενα αντιεμετικά. Στην 1η γενιά ανταγωνιστών συμπεριλαμβάνονται η ονδανσετρόνη και η γρανισετρόνη που μπορεί να χορηγηθούν από το στόμα ή ενδοφλέβια, ενώ στη 2η γενιά ανταγωνιστών ανήκει η παλονοσετρόνη που χορηγείται ενδοφλέβια. Δρουν σε επίπεδο κεντρικού νευρικού συστήματος (στο κέντρο του εμετού στον εγκέφαλο), και τον «ξεγελούν» όπως (χονδρικά) τα οπιοειδή «ξεγελούν» τον εγκέφαλο για τον πόνο.
  • Ανταγωνιστές των υποδοχέων της νευροκινίνης-1 (ΝΚ1). Στην κατηγορία αυτή ανήκει η απρεπιτάντη. Χορηγείται για την οξεία και την όψιμη έμεση από χημειοθεραπεία.
  • Βουτυροφαινόνες. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν η δροπεριδόλη, η αλοπεριδόλη και η δομπεριδόνη.

Όπως συνδυάζονται χημειοθεραπευτικά φάρμακα για ν’ αυξηθεί η αποτελεσματικότητά τους, έτσι συνδυάζονται και τα αντιεμετικά για να ενισχυθεί η δράση τους. Είναι σύνηθες π.χ. ένας ασθενής να λάβει δεξαμεθαζόνη-παλονοσετρόνη-απρεπιτάντη για ένα χημειοθεραπευτικό σχήμα υψηλού εμετογόνου δυναμικού.

Πριν την έναρξη της θεραπείας, έχει προβλεφθεί η χορήγηση αντιεμετικού, με σκοπό τη μείωση στο ελάχιστο αυτών των παρενεργειών. Επίσης ο θεράπων ιατρός θα συνταγογραφήσει αντιεμετικά και για τις επόμενες μέρες από τη θεραπεία (για την αντιμετώπιση της όψιμης έμεσης).

Εμπειρικές συμβουλές που πιθανώς σας βοηθήσουν


  1. Ακολουθείστε πιστά την αντιεμετική αγωγή που σας έχει συνταγογραφήσει ο θεράπων ιατρός σας, ακόμη κι αν δεν νιώθετε ναυτία ή τάση για έμετο. Όπως είπαμε ορισμένα χημειοθεραπευτικά προκαλούν όψιμη (καθυστερημένη) έμεση μετά από ημέρες.
  2. Προτιμήστε μικρά και συχνά γεύματα κατά τη διάρκεια της ημέρας, αποφεύγοντας τα βαριά, λιπαρά και με πολλά μπαχαρικά φαγητά, τα οποία πέπτονται δύσκολα.
  3. Mετά από κάθε έμετο, προβείτε σε σχολαστικό καθαρισμό του στόματος, ώστε να μην παραμείνει η έντονη οσμή και γεύση των γαστρικών υγρών, που μπορεί να διατηρήσουν την ναυτία, ενώ παράλληλα μπορεί να προκαλέσουν φθορά στα δόντια σας.
  4. Εάν μπορεί στην οικογένεια να σας μαγειρέψει κάποιο άλλο μέλος, αποφύγετέ το. Οι έντονες μυρωδιές του φαγητού κατά την προετοιμασία του μπορεί να σας προκαλέσουν ναυτία.
  5. Εάν κάνετε εμετό, φροντίστε να παίρνετε μικρές και συχνές ποσότητες υγρών για να μην αφυδατωθείτε.

Για οποιαδήποτε απορία ή πρόβλημα συμβουλευτείτε το θεράποντα ιατρό σας.

Βιβλιογραφία


Κλινική Ογκολογία, 1η έκδοση, ΕΕΠΟΕ.

Share