Ογκολογία

Ένας διαδικτυακός τόπος για την ογκολογία

Παρενέργειες κορτιζόνης

Τι είναι η κορτιζόνη;


Η κορτιζόλη είναι μία φυσική στεροειδής ορμόνη, η οποία παράγεται από το φλοιό (το εξωτερικό περίβλημα, τη «φλούδα») των επινεφριδίων. Τα επινεφρίδια είναι ενδοκρινείς αδένες που βρίσκονται πάνω από τους νεφρούς (εξου και η ονομασία τους). Η κορτιζόλη είναι απαραίτητη για την εύρρυθμη λειτουργία του οργανισμού και χωρίς αυτή, δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε. Από την άλλη, η υδροκορτιζόνη, είναι μία συνθετική ορμόνη που τη χορηγούμε εξωγενώς και η οποία μιμείται τη δράση της φυσικής κορτιζόλης, που ούτως ή άλλως παράγει ο οργανισμός, όπως είπαμε.

Επινεφρίδια. Πηγή: wikipedia.org
Επινεφρίδια. Πηγή: wikipedia.org

Η κορτιζόνη έχει ανοσοκατασταλτική, αντιφλεγμονώδη και αναλγητική δράση, τις οποίες «εκμεταλλευόμαστε» σε πολλές παθολογικές καταστάσεις.

Συγκεκριμένα για τους ογκολογικούς ασθενείς, η κορτιζόνη χορηγείται σε πάρα πολλές περιπτώσεις. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ορισμένες μόνο:

  1. Ως αποιδηματική αγωγή σε ασθενείς με όγκους του εγκεφάλου και εγκεφαλικό οίδημα (βλ. και ακτινοθεραπεία εγκεφάλου).
  2. Ως αποιδηματική αγωγή σε ασθενείς με συμπίεση του νωτιαίου μυελού (βλ. και οστικές μεταστάσεις).
  3. Ως θεραπευτική αγωγή σε ασθενείς με αιματολογικά κακοήθη νοσήματα του ανοσοποιητικού συστήματος, π.χ. στο πολλαπλό μυέλωμα, στα λεμφώματα και στη λευχαιμία.
  4. Ως θεραπευτική αγωγή σε ασθενείς με συμπαγείς κακοήθειες, π.χ. στη θεραπεία με αμπιρατερόνη (Zytiga) σε ασθενείς με μετασταστικό ευνουχο-άντοχο καρκίνο του προστάτη.
  5. Για την αντιμετώπιση της μετακτινικής πνευμονίτιδας (βλ. ακτινοθεραπεία πνεύμονα).
  6. Ως αντιεμετική αγωγή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία με ιδιαίτερα εμετογόνο σχήμα (βλ. και ναυτία στη χημειοθεραπεία).
  7. Ως ορεξιογόνο, δηλαδή ως φάρμακο που αυξάνει την όρεξη.
  8. Για την πρόληψη αλλεργικών αντιδράσεων που μπορεί να προκαλέσουν τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα (η κορτιζόνη δίνεται πριν τη χορήγηση της χημειοθεραπείας).

Ποιες είναι οι αντενδείξεις χορήγησης κορτιζόνης;


Πολλά νοσήματα και παθολογικές καταστάσεις μπορεί ν’ αποτελούν αντένδειξη χορήγησης κορτιζόνης. Ωστόσο, υπεύθυνος για την στάθμιση του δυνητικού κινδύνου ως προς το προσδοκόμενο ευεργετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα είναι ο θεράπων ιατρός σας.

Γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος, οστεοπόρωση, σακχαρώδης διαβήτης, ψυχώσεις, πρόσφατος ή επικείμενος εμβολιασμός, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βαριά νεφρική ανεπάρκεια, ενεργός λοίμωξη (π.χ. φυματίωση, συστηματική μηκυτίαση, κλπ), ή αιμορραγική διάθεση.

Ποιες είναι ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες της κορτιζόνης;


Η χορήγηση της κορτιζόνης μπορεί να προκαλέσεις ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες μπορεί να εμφανιστούν είτε άμεσα (π.χ. μέσα σε λίγες μέρες) είτε μετά από μακροχρόνια χορήγηση (π.χ. μετά από 3 μήνες). Παραθετούμε ορισμένες από αυτές, σημειώνοντας ωστόσο πως δεν σημαίνει πως κάποιος θα τις εμφανίσει όλες! Αρμόδιος για τον σχεδιασμό του θεραπευτικού σας πλάνου είναι ο γιατρός που σας παρακολουθεί.

Ηλεκτρολυτικές διαταραχές και ύδατος. Μπορεί να προκαλέσει κατακράτηση νατρίου (γι’ αυτό συχνά συστήνεται ανάλατη δίαιτα), κατακράτηση υγρών (γι’ αυτό η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και η βαριά νεφρική ανεπάρκεια είναι αντένδειξη), υποκαλιαιμία.

Μυοσκελετικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η μακροχρόνια χορήγηση κορτιζόνης μπορεί να προκαλέσει μυοπάθεια και μυική αδυναμία με μείωση της μυικής μάζας, οστεοπόρωση και συμπιεστικά κατάγματα σπονδύλων. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσει άσηπτη νέκρωση των κεφαλών του μηριαίου οστού.

Δερματολογικές διαταραχές. Η κορτιζόνη όντας ανοσοκατασταλτική ουσία μπορεί να καθυστερήσει την επούλωση των τραυμάτων, να καταστήσει το δέρμα λεπτό και «εύθραστο».

Νευρολογικές διαταραχές. Ψυχωσικές εκδηλώσεις (γι’ αυτό η προϋπάρχουσα ψυχική νόσος είναι αντένδειξη).

Ενδοκρινολογικές διαταραχές. Μακροχρόνια χορήγηση μπορεί να προκαλέσει ανάπτυξη συνδρόμου Cushing. Επίσης, υπεργλυκαιμία (γι’ αυτό απαιτείται προσοχή σε σακχαροδιαβητικούς).

Οθφαλμικές διαταραχές. Μακροχρόνια χορήγηση μπορεί να προκαλέσει ανάπτυξη καταρράκτη του φακού του οφθαλμού. Άλλες παρενέργειες είναι η αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης (γι’ αυτο το γλαύκωμα είναι αντένδειξη).

Διάφορες άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις και η εξάπλωση σηπτικών (μικροβιακών) φλεγμονών, η συγκάλυψη οξείας χειρουργικής κοιλίας (αθόρυβη περιτονίτιδα σε περιπτώσεις διάτρησης), η αυξημένη όρεξη (μερικές φορές το εκμεταλλευόμαστε αυτό και χορηγείται ως ορεξιογόνο) και ο λόξυγγας.

Βιβλιογραφία


1. Dorland’s Medical Dictionary, W.B. Saunders Company

Share