Ογκολογία

Ένας διαδικτυακός τόπος για την ογκολογία

Η αντιδιουρητική ορμόνη

Τί είναι η αντιδιουρητική ορμόνη;


Η αντιδιουρητική ορμόνη (Anti-Diuretic hormone, ADH) είναι μία ορμόνη που συντίθεται στον υποθάλαμο του εγκεφάλου. Ο υποθάλαμος είναι ένα τμήμα του εγκεφάλου, το οποίο βρίσκεται κάτω από το θάλαμο (εξού και η ονομασία του), το οποίο παράγει διάφορες νευρο-ορμόνες. Η αντιδιουρητική ορμόνη, λοιπόν, που συντίθεται στον υποθάλαμο, καταλήγει στον οπίσθιο λοβό της υπόφυσης μέσω νευρικών συνδέσεων και από εκεί εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος. Ο στόχος της εν λόγω ορμόνης είναι οι νεφροί και συγκεκριμένα ένας υποδοχέα στην επιφάνεια των αθροιστικών σωληναρίων. Εκεί η ορμόνη «λέει» στους νεφρούς να επαναρροφήσουν νερό από το πρόουρο, συμπυκνώνοντας έτσι τα ούρα και εξοικονομώντας νερό για τον οργανισμό. Μία άλλη ονομασία της αντιδιουρητικής ορμόνης είναι η βαζοπρεσσίνη, η οποία (ονομασία) προέρχεται από την αγγειοσυσπαστική της δράση, δηλαδή από την ικανότητά της να προκαλεί σπασμό των αγγείων (vasum είναι το αγγείο και press η πίεση).

Υποθάλαμος. Πηγή: http://www.trinity.edu/
Υποθάλαμος. Πηγή: http://www.trinity.edu/

Πότε παράγεται φυσιολογικά και τι δράσεις ασκεί η αντιδιουρητική ορμόνη;


Υπό φυσιολογικές συνθήκες η αντιδιουρητική ορμόνη εκκρίνεται όταν αυξάνεται η ωσμωτικότητα του εξωκυττάριου υγρού, πράγμα που συμβαίνει όταν κάποιος αφυδατώνεται. Όταν λοιπόν συμβεί αυτό τα νευρικά κύτταρα στον υποθάλαμο λειτουργούν ως «αισθητήτρες» της αυξημένης ωσμωτικότητας του αίματος και προκαλούν δύο βασικές απαντήσεις. Αφενός, δημιουργούν στο άτομο το αίσθημα της δίψας και αφετέρου επάγουν την έκκριση της αντιδιουρητικής ορμόνης, η οποία όμως είπαμε δρα στους νεφρούς δίνοντάς τους την «εντολή» να εξοικονομήσουν νερό επαναρροφώντας το.

Εκτός από την αύξηση της ωσμωτικότητας του εξωκυττάριου υγρού, η μείωση του όγκου του αποτελεί επίσης ερέθισμα για την έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης. Τέτοια περίπτωση για παράδειγμα είναι όταν συμβεί μεγάλη αιμορραγία και επέλθει το λεγόμενο ολιγαιμικό ή υποβολεμικό σοκ. Τότε εκκρίνονται μεγάλες ποσότητες της εν λόγω ορμόνης, στόχος της οποίας πλέον είναι οι λείες μυικές ίνες των αγγείων. Εκεί, προκαλεί αύξηση του τόνου των λείων μυικών ινών, σπασμό των αγγείων (η διάμετρος των αγγείων μικραίνει) με αποτέλεσμα αύξηση της πίεσης μέσα στα αγγεία, σε μια προσπάθεια του οργανισμού να διατηρήσει επαρκή αρτηριακή πίεση και κατά συνέπεια επαρκή αιμάτωση των ιστών.

Πότε διαταράσσεται η φυσιολογία της αντιδιουρητικής ορμόνης;


Οι διαταραχές της φυσιολογίας της αντιδιουρητικής ορμόνης μπορεί να είναι είτε προς την κατεύθυνση της αύξησης της δράσης της είτε προς την κατεύθυνση της μείωσης της δράσης της.

Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε το λεγόμενο σύνδρομο της «απρόσφορης» έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH, syndrome of inappropriate antidiuretic hormone secretion). Απρόσφορη έκκριση σημαίνει πως δεν υπάρχει πραγματικός λόγος που να χρειάζεται ο οργανισμός την αντιδιουρητική ορμόνη, παρολαυτά αυτή εκκρίνεται. Όταν συμβεί αυτό ο οργανισμός επαναρροφά περισσότερο νερό απ’ ό,τι χρειάζεται στην πραγματικότητα με αποτέλεσμα να «αραιώνεται» το πλάσμα του αίματος και να δημιουργείται υπονατριαιμία. Η υπονατριαιμία με τη σειρά της μπορεί να οδηγήσει σε διάφορα συμπτώματα, τα πιο σοβαρά εκ των οποίων είναι αυτά του κεντρικού νευρικού συστήματος. Στην ογκολογία, συγκεκριμένα, είναι δυνατόν ο ίδιος ο όγκος να παράγει πρωτεΐνες οι οποίες συγγενεύουν χημικά με την αντιδιουρητική ορμόνη και μέσω αυτών να προκαλείται το εν λόγω σύνδρομο. Ένας από τους πλέον συχνούς όγκους που συνδέεται με απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης είναι το μικροκυτταρικό καρκίνωμα του πνεύμονα, ωστόσο και άλλα κακοήθη νεοπλάσματα μπορούν να την προκαλέσουν.

Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να μην παράγεται επαρκής αντιδιουρητική ορμόνη (κεντρικός άποιος διαβήτης) ή να παράγεται μεν αλλά να μην έχει δράση στους νεφρούς (νεφρογενής άποιος διαβήτης). Στις καταστάσεις αυτές ο οργανισμός κινδυνεύει από αφυδάτωση και υπερνατριαιμία. Ο κεντρικός άποιος διαβήτης μπορεί να οφείλεται π.χ. σε κακώσεις της βάσης του κρανίου που προκαλούν τραυματισμό του υποθαλάμου ή σε όγκους της περιοχής.

Share