Ογκολογία

Ένας διαδικτυακός τόπος για την ογκολογία

Λεξιλόγιο όρων

Αδενοκαρκίνωμα: ένας ιστολογικός τύπος καρκινώματος που ξεκινά από τα αδενικά (εκκριτικά) κύτταρα. Τα αδενικά κύτταρα βρίσκονται σε διάφορα όργανα και παράγουν συγκεκριμένες ουσίες, όπως βλέννη, πεπτικά ένζυμα, κλπ. Οι περισσότεροι όγκοι του μαστού, του παγκρέατος, του προστάτη και του παχέος εντέρου είναι αδενοκαρκινώματα.

Αναστόμωση: η χειρουργική επέμβαση όπου γίνετα επανένωση δύο υγιών τμημάτων μιας σωληνοειδούς δομής (π.χ. αυλού του παχέος εντέρου), αφού έχει αφαιρεθεί το ενδιάμεσο πάσχον τμήμα.

Ανοσοθεραπεία: η ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος για την καταπολέμηση του καρκίνου. Αυτή γίνεται με διάφορους τρόπους, π.χ. με την έγχυση BCG (η ουσία που περιέχει το εμβόλιο κατά της φυματίωσης) στην ουροδόχο κύστη σε επιφανειακούς όγκους της κύστεως, η ιντερφερόνη καθώς επίσης και διάφορα μονοκλωνικά αντισώματα, όπως το ipilimumab, nivolumab, pembrolizumab, κλπ.

Αντιαγγειογενετικός παράγοντας: μια ουσία που εμποδίζει το σχηματισμό νέων αγγείων. Στην ογκολογία οι αντι-αγγειογενετικοί παράγοντες χρησιμοποιούνται για να εμποδίσουν τον σχηματισμό νέων αγγείων που χρειάζονται οι όγκοι για να τρέφονται και να μεγαλώνουν. Ονομάζονται επίσης αναστολείς της αγγειογένεσης. Τέτοια φάρμακα είναι για παράδειγμα το bevacizumab (εμπορική ονομασία Avastin).

Άτυπη Υπερπλασία των πόρων: Μια καλοήθης πάθηση του μαστού, δηλαδή όχι καρκίνος. Η ADH αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού.

Δείκτης Ki67 ή Ki-67: δείκτης κυτταρικού πολλαπλασιασμού. Δηλώνει το ποσοστό των καρκινικών κυττάρων που βρίσκεται σε φάση πολλαπλασιασμού, δηλαδή διαιρείται. Όγκοι με υψηλό δείκτη κυτταρικού πολλαπλασιασμού, π.χ. 90%, συνοδεύονται κατά κανόνα από επιθετική βιολογική συμπεριφορά. Αντιθέτως, όγκοι με χαμηλό δείκτη κυτταρικού πολλαπλασιασμού, π.χ. 2%, κατά κανόνα παρουσιάζουν βραδεία εξέλιξη.

Εμπύρετος ουδετεροπενία: ο συνδυασμός πυρετού και χαμηλού αριθμού ουδετερόφιλων. Τα ουδετερόφιλα είναι ένας τύπος λευκών αιμοσφαιρίων που έχουν να κάνουν με την άμυνα του οργανισμού απέναντι σε μικρόβια. Η εμπύρετος ουδετεροπενία θεωρείται επείγουσα κατάσταση, καθώς μπορεί να οδηγήσει σύντομα σε σήψη. Η θεραπεία είναι προφυλακτική χορήγηση αντιβιοτικών και χρήση ειδικών ουσιών που αυξάνουν τα λευκά (αυξητικός παράγων λευκών αιμοσφαιρίων, GCSF).

Ενεργός παρακολούθηση (active surveillance): ένα πλάνο θεραπείας που περιλαμβάνει τη στενή παρακολούθηση της υγείας ενός ατόμου, χωρίς ωστόσο να γίνεται κάποια θεραπευτική παρέμβαση (χειρουργείο, ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία, κλπ) εκτός κι αν οι εξετάσεις δείξουν πως η καταστάση γίνεται χειρότερη με το χρόνο. Η ενεργός παρακολούθηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποφυγή ή καθυστέρηση διαφόρων αντινεοπλασματικών θεραπειών, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν παρενέργειες. Κατά τη διάρκεια της ενεργούς παρακολούθησης ο ασθενής υποβάλλεται ανά τακτά διαστήματα σε εξετάσεις, π.χ. σε μέτρηση του PSA και βιοψία του προστάτη αδένα.

Λευκοπενία: η μείωση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων. Τα λευκά αιμοσφαίρια είναι κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος για την καταπολέμηση των λοιμώξεων. Είναι δηλαδή ο «στρατός» του ανοσοποιητικού που το φυλάει από εισβολείς. Η λευκοπενία συχνά προκαλείται από τη χημειοθεραπεία ή/και την ακτινοθεραπεία. Τα λευκά αιμοσφαίρια χωρίζονται σε διάφορες υποκατηγορίες κυττάρων, π.χ. τα ουδετερόφιλα, τα λεμφοκύτταρα, τα ηωσινόφιλα, κλπ. Εκτός από τον αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων συνολικά, έχει μεγάλη σημασία και ο αριθμός των επιμέρους υποκατηγοριών και συγκεκριμένα των ουδετερόφιλων.

Μηνιγγίωμα: ένας τις περισσότερες φορές καλοήθης όγκος των μηνίγγων, δηλαδή της «μεμβράνης» που καλύπτει τον εγκέφαλο.

Μονοκλωνικό αντίσωμα: είναι μία πρωτεΐνη που παρασκευάζεται στο εργαστήριο, δηλαδή με τεχνητά μέσα. Το συγκεκριμένο «συνθετικό» αντίσωμα μπορεί να συνδέεεται σε συγκεκριμένη ουσία του σώματος, συμπεριλαμβανομένων ουσιών που βρίσκονται στα καρκινικά κύτταρα. Μερικές φορές τα μονοκλωνικά αυτά αντισώματα μεταφέρουν φάρμακα ή ραδιενεργές ουσίες και στοχεύουν έτσι απευθείας τα καρκινικά κύτταρα.

Οισοφάγος Barret: Έτσι ονομάζεται εκείνη κατάσταση κατά την οποία τα φυσιολογικά κύτταρα του κατώτερου τμήματος του οισοφάγου αλλάζουν μορφολογία ή αντικαθίστανται από μη-φυσιολογικά κύτταρα. Ο οισοφάγος Barret είναι μία προ-καρκινική κατάσταση και μπορεί να προκληθεί από το χρόνιο ερεθισμού του οισοφάγου λόγω παλινδρόμησης γαστρικού υγρού.

Παρανεοπλασματικό σύνδρομο: μία παθολογική κατάσταση που προκαλείται εμμέσως από ουσίες που παράγει κάποιος όγκος και όχι από την επέκταση του ίδιου του όγκου. Για παράδειγμα ένας ασθενής με ινσουλίνωμα, δηλαδή έναν όγκο του παγκρέατος που παράγει ινσουλίνη, μπορεί να παρουσιάσει υπογλυκαιμία. Ένα άλλο παράδειγμα, ασθενής με καρκίνο του πνεύμονα μπορεί να αναπτύξει υπονατριαιμία λόγω απρόσφορης έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμονής.

Χωροκατακτητική εξεργασία: κάθε τι που καταλαμβάνει χώρο, δηλαδή κάτι τι που «πιάνει χώρο». Μια χωροκατακτητική εξεργασία δεν συνεπάγεται υποχρωτικά κακοήθη όγκο. Για παράδειγμα ένα απόστημα εγκεφάλου μπορεί να περιγραφεί ως μια χωροκατακτητική εξεργασία. Επίσης ένας καλοήθης όγκος, επίσης μπορεί να ονομαστεί έτσι.

 

Share

Καρκίνος προστάτη

Τι είναι ο προστάτης;


Ο προστάτης είναι ένας αδένας, δηλαδή ένα όργανο που παράγει υγρό το οποίο συμμετέχει στην κατασκευή του σπέρματος. Έχει περίπου σχήμα και μέγεθος κάστανου και βρίσκεται κάτω από την ουροδόχο κύστη και μπροστά από το ορθό (τελικό τμήμα παχέος εντέρου), όπως φαίνεται στην παρακάτω εικόνα. Επιπλέον, περιβάλλει την ουρήθρα απ’ όπου αποβάλλονται τα ούρα και το σπέρμα. Έχει πόρους που καταλήγουν (εκβάλλουν) στην προστατική μοίρα της ουρήθρας και αποτελείται από 3 λοβούς, έναν κεντρικό και δύο σε κάθε πλευρά. Ο προστάτης αποτελείται εν μέρει από μυικό ιστό και εν μέρει αδενικό.

Ανατομική εντόπιση του προστάτη αδένα. Ο προστάτης (prostate) βρίσκεται κάτω από την ουροδόχο κύστη και μπροστά από το ορθό (rectum(. Η ουρήθρα (urethra) διασχίζει τον προστάτη. Πηγή: http://www.hopkinsmedicine.org/

Ποια είναι η λειτουργία και χρησιμότητα του προστάτη;


Ο προστάτης είναι μέρος του αναπαραγωγικού συστήματος στον άνδρα και ο κύριος ρόλος του είναι να εκκρίνει ένα υγρό που συμμετέχει στο σχηματισμό του σπέρματος. Κατά τη διάρκεια του οργασμού, οι μυικές ίνες που όπως είπαμε διαθέτει ο προστάτης, συσπώνται και ωθούν το προστατικό υγρό στην ουρήθρα μαζί με το σπέρμα που παράγεται στους όρχεις.

Οι πιο συχνές παθήσεις του προστάτη αδένα είναι η προστατίτιδα (λοίμωξη από κάποιο μικρόβιο), η καλοήθης υπερπλασία και ο καρκίνος του προστάτη.

Ποια είναι τα συμπτώματα του καρκίνου του προστάτη;


Ο καρκίνος του προστάτη πολύ συχνά δεν προκαλεί κάποιο ιδιαίτερο σύμπτωμα. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, μέχρι τη στιγμή που εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα, η νόσος μπορεί να έχει ήδη εξαπλωθεί και έξω από τον προστάτη, στο περιπροστατικό λίπος, στις σπερματοδόχες κύστεις ή σπανιότερα στα οστά. Αυτό συμβαίνει διότι οι περισσότεροι καρκίνοι του προστάτη εντοπίζονται στην περιφέρεια του αδένα, μακριά από την ουρήθρα και έτσι δεν προκαλούν αποφρακτικά συμπτώματα.

Ωστόσο, μερικά μη-ειδικά συμπτώματα που μπορούν να υποψιάσουν κάποιον, είναι τα παρακάτω. Τονίζουμε εδώ ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτά οφείλονται σε καλοήθη αίτια και όχι σε καρκίνο του προστάτη. Τέτοια (καλοήθη) αίτια είναι για παράδειγμα η προστατίτιδα (μικροβιακή λοίμωξη του προστάτη), η καλοήθης υπερπλασία του προστάτη, κλπ.

  • Δυσκολία στην έναρξη της ούρησης.
  • Διακοπτόμενη ούρηση.
  • Ασθενής ροή των ούρων (τα ούρα δεν διαγράφουν τόξο και π.χ. το άτομο μπορεί να λερώνει τα υποδήματά του)
  • Συχνουρία, ιδιαίτερα κατά τις νυχτερινές ώρες.
  • Πόνος κατά την ούρηση ή αίσθημα καύσου, δηλαδή καψίματος κατά την ούρηση (καυσουρία).
  • Αίμα στο σπέρμα ή στα ούρα.
  • Στυτική δυσλειτουργία.
  • Σε πολύ προχωρημένες περιπτώσεις:
    • Αιματοχεσία δηλαδή η απώλεια αίματος από το ορθό, λόγω διήθησης του εντέρου.
    • Υδρονέφρωση, δηλαδή διάταση/διόγκωση των ουρητήρων και των νεφρών λόγω απόφραξης των ουρητήρων στο σημείο που εκβάλλουν στην ουροδόχο κύστη.
    • Πόνο στα οστά, όταν έχει κάνει μεταστάσεις στα κόκαλα.

Εάν παρουσιάζετε κάποιο αυτά τα συμπτώματα μην πανικοβάλεστε και ενημερώστε το θεράποντα ουρολόγο σας για να σας καθοδηγήσει. Όπως είπαμε τις περισσότερες φορές τα συμπτώματα αυτά οφείλονται σε άλλα αίτια άσχετα με τον καρκίνο.

Επιδημιολογία


Ο καρκίνος του προστάτη θεωρείται νόσος της «μεγάλης» ηλικίας, αφού εμφανίζεται κατά μέσο όρο στην ηλικία των 70 ετών. Ωστόσο, με τη διάδοση των εξετάσεων προσυμπτωματικού ελέγχου (screening tests), όπως είναι η μέτρητη του PSA, αυξάνεται ο αριθμός των ανδρών που διαγιγνώσκονται σε μικρότερες ηλικίες. Ο καρκίνος του προστάτη δεν φαίνεται να συσχετίζεται αιτιολογικά με την καλοήθη υπερπλασία του (Benign Prostatic Hypertrophy, BPH). Ωστόσο, επειδή η ΚΥΠ συχνά προκαλεί αύξηση του PSA, μπορεί κατά σύμπτωση να οδηγήσει σε μία διάγνωση ενός καρκίνου.

Σταδιοποίηση και διαβάθμιση ρίσκου


Πριν την έναρξη οποιασδήποτε θεραπείας είναι σημαντικό να προηγηθούν ορισμένες εξετάσεις, οι οποίες θα καθορίσουν την έκταση της νόσου, την επιθετικότητα του όγκου και κατά συνέπεια το καλύτερο θεραπευτικό πλάνο. Τέτοιες πληροφορίες μας δίνουν:

  • Η κλινική εξέταση: αν υπάρχει ψηλαφητή σκληρία στον προστάτη.
  • Η μαγνητική τομογραφία κάτω κοιλίας / πολυπαραμετρική εξέταση του προστάτη: αν υπάρχει επέκταση του όγκου έξω από την κάψα του προστάτη (εξωπροστατική επέκταση), διήθηση των σπερματοδόχων κύστεων ή διογκωμένοι λεμφαδένες στην πυέλο.
  • Η αξονική τομογραφία άνω κοιλίας και θώρακα: αν υπάρχουν εντοπίσεις της νόσου έξω από την πύελο.
  • Το σπινθηρογράφημα των οστών: αν υπάρχουν εντοπίσεις της νόσου στα οστά.
  • Η τιμή του καρκινικού δείκτη PSA: αναλόγως πόσο αυξημένο είναι, συμπεραίνουμε για την επιθετικότητα.
  • Το πόρισμα της βιοψίας / ιστοπαθολογικής εξέτασης: αναλόγως τη μορφολογία των κυττάρων, συμπεραίνουμε για την επιθετικότητα.

Η σταδιοποίηση του καρκίνου προστάτη, όπως άλλωστε και των άλλων κακοηθειών, γίνεται με βάση το σύστημα TNM, από τα αρχικά των λέξεων Tumor (Όγκος), Node (Λεμφαδένες) και M (Μεταστάσεις). Δηλαδή το στάδιο καθορίζεται από το μέγεθος ή την έκταση του όγκου (T), την παρουσία διηθημένων λεμφαδένων (N) και την ύπαρξη ή όχι απομακρυσμένων μεταστάσεων σε άλλα όργανα.

Μέγεθος του όγκου
Τ1: Όγκος που δεν είναι κλινικά εμφανής με ψηλάφηση ή απεικόνιση (π.χ. όγκος ο οποίος είτε αποτελεί τυχαίο εύρημα είτε όγκος που βρέθηκε από βιοψία ύστερα από αυξημένο PSA).
Τ2: Ο όγκος εντοπίζεται μέσα στον προστάτη. Δηλαδή δεν έχει διασπάσει την κάψα του (περίβλημα του προστάτη) ούτε έχει διηθήσει τις σπερματοδόχες κύστεις.
Τ3: Ο όγκος διασπά την κάψα του προστάτη και επεκτείνεται είτε στο περιπροστατικό λίπος (στάδιο T3a) είτε στις σπερματοδόχες κύστεις (στάδιο T3b).
Τ4: Ο προσπάτης έχει καθηλωθεί από τον όγκο ή ο όγκος διηθεί παρακείμενες ανατομικές δομές όπως τον έξω σφιγκτήρα του ορθού, την ουροδόχο κύστη,  τους ανελκτήρες μύες της πυέλου και/η το πυελικό τοίχωμα.

Λεμφαδένες
N0: Η νόσος δεν έχει επεκταθεί στους επιχώριους λεμφαδένες (δηλαδή στους «κοντινο΄΄υς» λεμφαδένες).
N1: Η νόσος έχει επεκταθεί στους επιχώριους λεμφαδένες.

Μεταστάσεις
Μ0: Απουσία μετασταστικής νόσου
Μ1: Ο όγκος έχει επεκταθεί σε περιοχές του σώματος μακριά από το ρινοφάρυγγα (π.χ. οστά, πνεύμονες, ήπαρ)

Στη συνέχεια γίνεται ομαδοποίηση των επιμέρους παραμέτρων T, N, M (μαζί με την τιμή του PSA και του Gleason score) στα κλινικά και προγωνστικά στάδια της νόσου, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:

Θεραπεία


Η αντιμετώπισή του μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, αναλόγως με την έκταση της νόσου (εντοπισμένος, τοπικά προχωρημένος, μεταστατικός), την επιθετικότητά του ή αλλιώς σε ποια κατηγορία «κινδύνου» ανήκει (πολύ χαμηλού, χαμηλού, ενδιάμεσου, υψηλού ή πολύ υψηλού ρίσκου), την παρουσία άλλων προβλημάτων υγείας και φυσικά αναλόγως με την επιθυμία του ίδιου του ατόμου. Οι θεράποντες ιατροί (ουρολόγος κατ’ αρχάς, ακτινοθεραπευτής – ογκολόγος και παθολόγος – ογκολόγος) είναι οι αρμόδιοι για να εξηγήσουν στον ασθενή τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της κάθε προσέγγισης.

Σε γενικές γραμμές οι μέθοδοι αντιμετώπισης είναι η ενεργητική παρακολούθηση (active surveillance) η οποία αντικατέστησε την παλαιότερη «προσεκτική αναμονή» (watchful waiting), η ριζική προστατεκτομή, η ριζική ακτινοθεραπεία και η ορμονοθεραπεία.

​Στις περιπτώσεις εντοπισμένου καρκίνου του προστάτη, ο ασθενής έχει τη δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα  στο χειρουργείο και στην ακτινοθεραπεία με περίπου παρόμοια αποτελέσματα. Για πιο προχωρημένους και πιο επιθετικούς όγκους, η αντιμετώπιση περιλαμβάνει την ακτινοθεραπεία σε συνδυασμό με ορμονοθεραπεία. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να γίνει ριζική προστατεκτομή και η ακτινοθεραπεία να δοθεί μετεγχειρητικά μόνη της ή σε συνδυασμό με ορμονοθεραπεία, αν η αφαίρεση δεν είναι πλήρης ή η νόσος υποτροπιάσει, δηλαδή αν το PSA αρχίσει ν’ ανεβαίνει πάλι μετά το χειρουργείο.

Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στην ακτινοθεραπεία, είτε ως μόνη θεραπεία είτε σε συνδυασμό με τους δύο άλλους θεραπευτικούς πυλώνες, τη ριζική προστατεκτομή και την ορμονοθεραπεία.

Η ακτινοθεραπεία στον καρκίνο του προστάτη


Η ακτινοθεραπεία μπορεί να δοθεί είτε ως εξωτερική ακτινοθεραπεία, δηλαδή εκ των έξω ακτινοβόληση του προστάτη, είτε ως εσωτερική ακτινοθεραπεία, γνωστή με την ονομασία βραχυθεραπεία. Η βραχυθεραπεία μπορεί να γίνει είτε με την εμφύτευση ραδιενεργών κόκκων στον προστάτη αδένα που ακτινοβολούν για 9-12 μήνες μετά την εμφύτευση (αλλά παραμένουν για πάντα), είτε με την εισαγωγή ενδοϊστικών καθετήρων στον προστάτη, οι οποίοι αφαιρούνται μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Η πρώτη τεχνική ονομάζεται LDR: Low Dose Rate (χαμηλού ρυθμού δόσης βραχυθεραπεία), ενώ η δεύτερη HDR: High Dose Rate (υψηλού ρυθμού δόσης βραχυθεραπεία). Το αν η θεραπεία μπορεί να γίνει με εσωτερική ή εξωτερική ακτινοβόληση, έχει να κάνει με το στάδιο της νόσου και το μέγεθος του προστάτη. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στην εξωτερική ακτινοθεραπεία, η οποία είναι η πιο συχνή μέθοδος.

Η ακτινοθεραπεία είναι μια αναίμακτη θεραπεία η οποία δεν προκαλεί ιδιαίτερη ακράτεια ούρων, επιβαρύνει λιγότερο τη στυτική λειτουργία και χάρη στις σύγχρονες τεχνικές παρουσιάζει μικρά ποσοστά παρενεργειών από το γαστρεντερικό (π.χ. διάρροια) και το ουροποιητικό (π.χ. συχνουρία). Παρακάτω θα εξηγήσουμε τη διαδικασία που ακολουθεί κάποιος για να κάνει ακτινοβολίες για καρκίνο του προστάτη.

Σχεδιασμός ακτινοθεραπείας


Για να υποβληθεί κάποιος σε ακτινοθεραπεία γενικώς και εν προκειμένω για καρκίνο του προστάτη, πρέπει να προηγηθεί μια (ανώδυνη) διαδικασία που ονομάζεται προσομοίωση με αξονική τομογραφία (CT simulation). Κατά τη διάρκεια αυτής της προετοιμασίας, ο ασθενής ξαπλώνει σ’ ένα κρεβάτι και ακινητοποιείται (επίσης ανώδυνα) με τη βοήθεια ειδικών εξαρτημάτων ακινητοποίησης. Τοποθετούνται κάποια πολύ μικρά σημάδια στο δέρμα της περιοχής που θα ακτινοβοληθεί, είτε με μαρκαδόρο είτε με τατού αναλόγως την τακτική του εκάστοτε ακτινοθεραπευτικού κέντρου.

Ειδικός αξονικός τομογράφος για σχεδιασμό θεραπείας. Ο ασθενής ξαπλώνει σε θέση θεραπείας, τοποθετούνται κάποια μικρά σημαδάκια στην περιοχή της λεκάνης και στη συνέχεια λαμβάνονται οι εικόνες της τομογραφίας. Η όλη διαδικασία είναι ανώδυνη.

Στη συνέχεια γίνεται μια αξονική τομογραφία της πυέλου (λεκάνης), πάνω στην οποία ο γιατρός, ο ακτινοθεραπευτής – ογκολόγος, σχεδιάζει τόσο τον όγκο-στόχο (προστάτης, σπερματοδόχες κύστεις, λεμφαδενικές περιοχές πυέλου), όσο και τα φυσιολογικά γειτονικά όργανα (ουροδόχος κύστη, ορθό, λεπτό έντερο, μηριαία οστά, βολβός του πέους, κλπ). Στην παράκατω εικόνα βλέπουμε μια ενδεικτική τομή. Στην πραγματικότητα αυτός ο σχεδιασμός πρέπει να γίνει σε όλες τις τομές της αξονικής τομογραφίας, μια διαδικασία σημαντικά χρονοβόρα.

Σχεδιασμός ακτινοθεραπείας προστάτη
Αξονική τομογραφία πυέλου, όπου φαίνεται ο σχεδιασμός ακτινοθεραπείας για καρκίνο του προστάτη. Ο ακτινοθεραπευτής – ογκολόγος σχεδιάζει τον όγκο-στόχο (σπερματοδόχες κύστεις και γειτονικές λεμφαδενικές περιοχές στη συγκεκριμένη τομή-φωτογραφία) καθώς και τα όργανα που πρέπει να προστατευτούν από την ακτινοβολία (ουροδόχος κύστη, ορθό, μηριαία οστά).

Κατασκευή πλάνου θεραπείας


Το επόμενο βήμα είναι η κατασκευή του πλάνου θεραπείας από τον ακτινοφυσικό του τμήματος της ακτινοθεραπείας. Ο ακτινοφυσικός (ή και Φυσικός Ιατρικής) είναι απόφοιτος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, σχολής Φυσικού, με μεταπτυχιακές σπουδές και πρακτική εξάσκηση, μεταξύ άλλων, στη χρήση ακτινοβολιών για τη θεραπεία του καρκίνου. Είναι ο επαγγελματίας υγείας που με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού, του λεγόμενου συστήματος σχεδιασμού θεραπείας (treatment planning system) κατασκευάζει το πλάνο θεραπείας για κάθε ασθενή. Η τεχνική με την οποία γίνεται στις μέρες μας η ακτινοβόληση για καρκίνο του προστάτη είναι η ακτινοθεραπεία με διαμορφούμενης έντασης δέσμη (Intensity Modulated Radiation Therapy, IMRT). Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να μεταβείτε στο άρθρο για την ακτινοθεραπεία IMRT.

Ένα παράδειγμα πλάνου ακτινοθεραπείας για ασθενή με τοπικά προχωρημένο καρκίνο του προστάτη φαίνεται στην παρακάτω εικόνα.

 

Πλάνο θεραπείας σε ασθενή με τοπικά προχωρημένο καρκίνο του προστάτη. Η πράσινη περιοχή αντιστοιχεί στην περιοχή ενδάιμεσης δόσης ακτινοβολίας, ενώ η κίτρινη στην περιοχή ενός διογκωμένου λεμφαδένα που λαμβάνει υψηλή δόση. Παρατηρούμε πως με τη χρήση της IMRT αποφεύεγεται η ακτινοβόληση της ουροδόχου κύστης και του εντέρου (ορθού).
Share

Καρκίνος παχέος εντέρου

Βασικά στοιχεία ανατομίας


To παχύ έντερο είναι το τμήμα του πεπτικού σωλήνα που βρίσκεται ανάμεσα στο λεπτό έντερο και στον πρωκτό. Αποτελείται από τρία επιμέρους τμήματα: το τυφλό έντερο με την σκωληκοειδή απόφυση, το κόλο (ανιόν, εγκάρσιο, κατιόν και σιγμοειδές) και το απευθυσμένο ή ορθό. Το μήκος του είναι περίπου 1.5 μέτρα. Σε οποιοδήποτε από αυτά τα σημεία μπορεί θεωρητικά ν’ αναπτυχθεί κάποιος όγκος και η αντιμετώπιση αλλάζει αναλόγως με την ακριβή θέση της βλάβης.

Τα διάφορα τμήματα του παχέος εντέρου.

 

Επιδημιολογία και αιτιολογία


Ο ορθοκολικός καρκίνος (δηλαδή του ορθού και του κόλου) είναι από τους πιο συχνούς καρκίνους. Η πλειονότητα των περιστατικών καρκίνου του παχέος εντέρου είναι σποραδική, δηλαδή δεν συνδέεται με κληρονομικά αίτια. Σε ένα 5%, περίπου, των ασθενών υπάρχει κάποιο γνωστό κληρονομικό σύνδρομο, όπως η οικογενής αδενωματώδης πολυποδίαση (Familial Adenomatous Polyposis, FAP) ή ο κληρονομικός μη-πολυποδιασικός ορθοκολικός καρκίνος (Hereditary Non-Polyposis Colorectal Cancer, HNPCC). Άλλα τέτοια σύνδρομα είναι το σύνδρομο Gardner και το σύνδρομο Peutz-Jeghers.

Συμπτώματα καρκίνου παχέος εντέρου


Πολλές φορές ο καρκίνος του παχέος εντέρου δεν δίνει συμπτώματα στα αρχικά στάδια της νόσου. Όταν ωστόσο η νόσος προχωρήσει τοπικά και ανάλογα με τη θέση και το μέγεθος του όγκου, μπορούν να εμφανιστούν διάφορα συμπτώματα. Μερικά από αυτά είναι τα εξής:

  • Απώλεια αίματος από το ορθό ή αίμα στα κόπρανα
  • Αλλαγή στις συνήθειες των κενώσεων, συμπεριλαμβανομένης της διάρροιας ή δυσκοιλιότητας.
  • που επιμένει για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο
  • Κοιλιακή δυσφορία που επιμένει, όπως κωλικοί εντέρου, επίμονα αέρια ή πόνος
  • Αίσθημα ότι το έντερο δεν αδειάζει ποτέ ακόμη και μετά από κένωση
  • Ανεξήγηση απώλεια βάρους
  • Ανεξήγητη κόπωση και αδυναμία

Βέβαια, η ύπαρξη κάποιου συμπτώματος από αυτά που αναφέραμε, δεν συνεπάγεται αυτόματα καρκίνο παχέος εντέρου. Υπάρχουν και άλλες παθολογικές καταστάσεις που μπορούν να εκδηλωθούν με παρόμοιο τρόπο. Η διάγνωση γίνεται με κολονοσκόπηση και λήψη βιοψιών. Σε περίπτωση που παρουσιάζετε κάποια από τα παραπάνω συμπτώματα επισκεφτείτε τον γαστρεντερολόγο σας, ο οποίος θα σας καθοδηγήσει κατάλληλα.

Σταδιοποίηση


Σταδιοποίηση ονομάζεται η διαδικασία μέσα από την οποία τεκμηριώνεται η έκταση της νόσου. Αυτό γίνεται με διάφορους τρόπους, όπως η κλινική εξέταση, η κολονοσκόπηση, η αξονική τομογραφία θώρακα/άνω/κάτω κοιλίας, η μαγνητική κάτω κοιλίας και σε ορισμένες περιπτώσεις το PET/CT scan. Η διαδικασία αυτή είναι απαραίτητη γιατί ανάλογα με το στάδιο της νόσου (πρώιμο, τοπικό, τοπικά προχωρημένο και μεταστατικό) αλλάζει ριζικά η θεραπευτική προσέγγιση.

Η σταδιοποίηση του καρκίνου του παχέος εντέρου, όπως άλλωστε και των άλλων κακοηθειών, γίνεται με βάση το σύστημα TNM, από τα αρχικά των λέξεων Tumor (Όγκος), Node (Λεμφαδένες) και M (Μεταστάσεις). Δηλαδή το στάδιο καθορίζεται από το μέγεθος ή την έκταση του όγκου (T), την παρουσία διηθημένων λεμφαδένων (N) και την ύπαρξη ή όχι απομακρυσμένων μεταστάσεων σε άλλα όργανα. Αναλυτικά η σταδιοποίηση έχει ως εξής.

Μέγεθος του όγκου
T1: Ο όγκος διηθεί τον υποβλεννογόνιο χιτώνα
T2: Ο όγκος διηθεί τη μυική στιβάδα του τοιχώματος του εντέρου
T3: Ο όγκος διασπά τη μυική στιβάδα του τοιχώματος του εντέρου και επεκτείνεται στους περικολικούς ιστούς (στους γειτονικούς δηλαδή ιστούς, π.χ. στο περικολικό λίπος)
T4a: Ο όγκος διηθεί το σπλαγχνικό πέταλο του περιτοναίου
T4b: Ο όγκος διηθεί γειτονικά όργανα, όπως π.χ. προστάτη, σπερματοδόχες κύστεις, τράχηλο μήτρας, κόλπο, κλπ.

Λεμφαδένες

N0: Κανένας διηθημένος λεμφαδένας
N1: Μετάσταση σε 1-3 γειτονικούς λεμφαδένες
N1a: Μετάσταση σε 1 γειτονικό λεμφαδένα
N1b: Μετάσταση σε 2-3 γειτονικούς λεμφαδένες
N1c: Εναποθέσεις καρκινικών κυττάρων στον υπορογόνιο χιτώνα, στο μεσεντέριο ή σε περικολικούς ιστούς χωρίς προσβολή των περικολικών ή περιορθικών λεμφαδένων
N2: Μετάσταση σε 4 ή περισσότερους γειτονικούς λεμφαδένες
N2a: Μετάσταση σε 4-6 γειτονικούς λεμφαδένες
N2b: Μετάσταση σε 7 ή περισσότερους γειτονικούς λεμφαδένες

Μεταστάσεις

M0: Απουσία απομακρυσμένων μεταστάσεων
M1: Παρουσία απομακρυσμένων μεταστάσεων
M1a: Μετάσταση μόνο σε ένα όργανο, π.χ. ήπαρ (συκώτι), πνεύμονας, ωοθήκη ή κάποιος απομακρυσμένος λεμφαδένας
M1b: Μεταστάσεις σε περισσότερα από ένα όργανα ή στο περιτόναιο

Στη συνέχεια γίνεται ομαδοποίηση των επιμέρους παραμέτρων T, N, M  στα κλινικά και προγνωστικά στάδια της νόσου, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:

Έτσι για παράδειγμα ένας ασθενής με όγκο παχέος εντέρου που διασπά το μυικό χιτώνα και επεκτείνεται στο λίπος γύρω από το έντερο, με 4 διηθημένους λεμφαδένες από τους 15 που αφαιρέθηκαν χειρουργικά, χωρίς μεταστάσεις σε άλλα όργανα έχει έναν όγκο σταδίου T3 N2a M0 και το στάδιο της νόσου του είναι το IIIB (διαβάζεται τρία-βήτα).

Οι βασικές θεραπείες για τον καρκίνο του παχέος εντέρου είναι η χειρουργική εξαίρεση, η χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία, είτε μόνες είτε σε συνδυασμό, αναλόγως με την κάθε περίπτωση. Για παράδειγμα, σε αρχικούς (πρώιμους) όγκους του σιγμοειδούς μπορεί η χειρουργική εξαίρεση της βλάβης να είναι αρκετή για την ίαση του ατόμου. Ενώ σε κάποιον τοπικά προχωρημένο όγκο του ορθού να πρέπει να προηγηθεί προεγχειρητική συνδυασμένη ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία ακολουθούμενη από χειρουργείο. Για το λόγο αυτό η αντιμετώπιση των ασθενών με καρκίνο του παχέος εντέρου θα πρέπει να γίνεται από ομάδα γιατρών διαφόρων ειδικοτήτων, στο πλαίσιο ενός ογκολογικού συμβουλίου (MultiDisciplinary Team, MDT).

Οι κύριες ιατρικές ειδικότητες που ασχολούνται με τον καρκίνο του παχέος εντέρου είναι ο γαστρεντερολόγος, ο γενικός χειρουργός, ο παθολόγος ογκολόγος και ο ακτινοθεραπευτής ογκολόγος.

Η θεραπεία ανάλογα με το στάδιο


Στάδιο 1

Στο στάδιο αυτό ο καρκίνος μπορεί να αφαιρεθεί κατά κανόνα με χειρουργική επέμβαση. Οι συγκεκριμένοι ασθενείς συνήθως δεν χρειάζονται περαιτέρω θεραπεία πλην του χειρουργείου.

Στάδιο 2

Οι ασθενείς με σταδίο 2 αντιμετωπίζονται αρχικά με χειρουργική επέμβαση και στη συνέχεια συχνά προστίθεται χημειοθεραπεία. Η απόφαση αυτή  για τη χημειοθεραπεία παίρνεται λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο υποτροπής του καρκίνου (επανεμφάνισης). Ο κίνδυνος αυτός υπολογίζεται βάσει ορισμένων χαρακτηριστικών του όγκου (διαστάσεις, κατάσταση λεμφαδένων, ιστολογική εξέταση, μοριακές εξετάσεις, κλπ).

Στάδιο 3

Οι ασθενείς με στάδιο 3 καρκίνο έχουν αυτό που ονομάζουμε τοπικά προχωρημένο καρκίνο του παχέος εντέρου. Δηλαδή ο καρκίνος έχει επεκταθεί τοπικά, χωρίς να έχει κάνει ωστόσο απομακρυσμένες μεταστάσεις. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει σημαντικός κίνδυνος επανεμφάνισης του καρκίνου μετά το χειρουργείο. Γι’ αυτό χορηγείται κατά κανόνα μετεγχειρητική χημειοθεραπεία.

Στάδιο 4

Στο στάδιο 4 ο καρκίνος του παχέος εντέρου έχει εξαπλωθεί σε άλλα όργανα πέραν της αρχικής εντόπισης στο έντερο. Τέτοια όργανα είναι το ήπαρ, οι πνεύμονες, τα οστά, κλπ. Τις περισσότερες φορές δεν είναι δυνατό να ιαθεί κάποιος με στάδιο 4 καρκίνο του παχέος εντέρους. Ωστόσο οι διάφορες θεραπείες είναι ανακόψουν την εξέλιξη της νόσου για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Χειρουργική θεραπεία


Για το κόλο

Κολεκτομή

Η χειρουργική για θεραπεία για τον καρκίνο του κόλου (του παχέος εντέρου) περιλαμβάνει διάφορες επεμβάσεις, αναλόγως με την εντόπιση του όγκου. Έτσι αν για παράδειγμα ο όγκος εντοπίζεται στο δεξιό κόλο (ανιόν κόλο) η επέμβαση λέγεται δεξιά κολεκτομή. Αν εντοπίζεται στο εγκάρσιο τμήμα του παχέος εντέρου, εγκαρσιεκτομή. Αν πρόκειται να αφαιρεθεί όλο το τμήμα του παχέος εντέρου, τότε μιλάμε για υφολική ή ολική κολεκτομή. Ο αρμόδιος για να σας εξηγήσει το είδος της επέμβασης στο οποίο θα υποβληθείτε αλλά και το τι επίδραση θα έχει η επέμβαση στη ζωή σας είναι ο χειρουργός σας.

Για το ορθό


Όσον αφορά στις επεμβάσεις του ορθού, αυτές περιλαμβάνουν την χαμηλή και πολύ χαμηλή πρόσθα εκτομή του ορθού καθώς επίσης και την κοιλιοπερινεϊκή εκτομή. Αυτό

Χαμηλή πρόσθια εκτομή (Low Anterior Resection, LAR)

Οι περισσότεροι όγκοι του ορθού που εντοπίζονται στο ανώτερο τμήμα του, κοντά δηλαδή στην περιοχή που το ορθό ενώνεται με το σιγμοειδές, μπορούν ν’ αφαιρεθούν χειρουργικά με μία τεχνική που λέγεται «χαμηλή πρόσθια εκτομή» (Low Anterior Resection, LAR). Στη συγκεκριμένη επέμβαση αφαιρείται το τμήμα του ορθού που φέρει τον όγκο και στη συνέχεια το κόλον συνδέεται με το εναπομείναν τμήμα του ορθού. Το πλεονέκτημα της συγκεκριμένης επέμβασης είναι πως ο ασθενής ενεργείται φυσιολογικά, χωρίς την παρουσία κολοστομίας (το λεγόμενο «σακουλάκι» στην κοιλιά).

Πολύ Χαμηλή πρόσθια εκτομή (Ultra-low Anterior Resection)

Όπως δηλώνει και η ονομασία της μεθόδου, γίνεται εκτομή του όγκου και αναστόμωση (δηλαδή επανένωση) του εντέρου πολύ χαμηλά, πολύ κοντά στον πρωκτό. Στην περίπτωση αυτή ο ασθενής ενεργείται φυσιολογικά και δεν δημιουργείται παρά φύση έδρα (το λεγόμενο «σακουλάκι» στην κοιλιά).

Κοιλιοπερινεϊκή εκτομή (Abdominal Perineal Resection, APR)

Η συγκεκριμένη επέμβαση εφαρμόζεται όταν ο όγκος εντοπίζεται στον κατώτερο τμήμα του ορθού, πολύ κοντά στον πρωκτό. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εκτομή του όγκου και η αναστόμωση (δηλαδή η επανένωση) του υπόλοιπου τμήματος του ορθού με τον πρωκτό. Κατά συνέπεια τόσο ο όγκος όσο και ο πρωκτός αφαιρούνται χειρουργικά και ο ασθενής αφοδεύει διαμέσου της κολοστομίας.

Χημειοθεραπεία


Η χημειοθεραπεία περιλαμβάνει τη χρήση ουσιών που εμποδίζουν την ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων. Σε αντίθεση με τις άλλες δύο θεραπείες, το χειρουργείο και την ακτινοθεραπεία, τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα κυκλοφορούν σε όλο το σώμα και όχι μόνο τοπικά.

Στάδιο 1

Η χημειοθεραπεία συνήθως δεν είναι απραίτητη για τον καρκίνο παχέος εντέρου σταδίου 1, δηλαδή για όγκους που διηθούν έως και τμήμα του μυϊκού χιτώνα, χωρίς να έχουν κάνει μεταστάσεις στους γειτονικούς λεμφαδένες.

Στάδιο 2

Ο καρκίνος σταδίου 2 διαχωρίζεται σε δύο «ομάδες κινδύνουν», χαμηλού και υψηλού. Στην κατηγορία «υψηλού κινδύνου» κατατάσσονται οι ασθενείς με όγκους Τ4, υψηλού βαθμού κακοήθειας δηλαδή βιολογικά επιθετικούς όγκους, διηθήσεις λεμφαγγείων και νεύρων, εντερική απόφραξη (ειλεός), διάτρηση του εντέρου και θετικά χειρουργικά όρια (δηλαδή παρουσία καρκινικών κυττάρων στο σημείο που έκοψε ο χειρουργός το έντερο). Επίσης ασθενείς στους οποίους έγινε αφαίρεση λιγότερων από 12 λεμφαδένων κατά το χειρουργείο. Οι ασθενείς των οποίων οι όγκοι φέρουν τα ανωτέρω χαρακτηριστικά πρέπει να υποβληθούν σε χημειοθεραπεία όπως και αυτοί με όγκους σταδίου 3.

Στάδιο 3

Οι ασθενείς με καρκίνο παχέος εντέρου σταδίου 3 πρέπει οπωσδήποτε να λάβουν χημειοθεραπεία εφόσον δεν έχουν άλλα προβλήματα υγείας που εμποδίζουν την ασφαλή χορήγηση της χημειοθεραπείας.

Στάδιο 4

Οι ασθενείς με καρκίνο παχέος εντέρου σταδίου 4 μπορούν να λάβουν χημειοθεραπεία.

Ακτινοθεραπεία


Η ακτινοθεραπεία χρησιμοποιεί υψηλής ενέργειας ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία για να καταστρέψει τα καρκινικά κύτταρα (για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε το άρθρο για το πώς δρα η ακτινοθεραπεία). Όταν συνδυάζεται με χημειοθεραπεία ονομάζεται χημειο-ακτινοθεραπεία ή ακτινο-χημειοθεραπεία.

Για τον καρκίνο του κόλου, ο ρόλος της ακτινοθεραπείας είναι κάπως περιορισμένος. Μπορεί, όμως, να χρησιμοποιηθεί στις εξής περιπτώσεις:

  1. Μετά το χειρουργείο, αν ο όγκος ήταν προσκολλημένος σε κάποιο εσωτερικό όργανο και ο χειρουργός δεν είναι σίγουρος ότι αφαιρέθηκε όλη η βλάβη. Συνήθως ο χειρουργός τοποθετεί ορισμένα μεταλλικά clips στην περιοχή, ώστε ο ακτινοθεραπευτής να μπορεί να στοχεύσει με ακρίβεια τη συγκεκριμένη περιοχή.
  2. Ως ανακουφιστική θεραπεία, αν η νόσος έχει επεκταθεί σε άλλες περιοχές του σώματος, όπως τα οστά ή ο εγκέφαλος. Για την ακτινοθεραπεία εγκεφάλου μπορείτε να μεταβείτε στο αντίστοιχο άρθρο, όπως επίσης και για την αντιμετώπιση των οστικών μεταστάσεων.

Για τον καρκίνο του ορθού, η ακτινοθεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί στις εξής περιπτώσεις:

  1. Πριν από το χειρουργείο, ως προ-εγχειρητική θεραπεία, σε συνδυασμό συνήθως με χημειοθεραπεία. Ο στόχος της συνδυασμένης ακτινο/χημειοθεραπείας είναι να μειωθεί ο όγκος και παράλληλα η πιθανότητα να ξανα-εμφανιστεί μετά το χειρουργείο. Δηλαδή να μειώσει την πιθανότητα της τοπικής υποτροπής.
  2. Μετά το χειρουργείο, ως μετεγχειρητική θεραπεία, σε συνδυασμό συνήθως με χημειοθεραπεία, όταν ο όγκος ήταν τοπικά προχωρημένος, δηλαδή είτε είχε διασπάσει το τοίχωμα του ορθού είτε είχε κάνει μετάσταση στους γειτονικούς λεμφαδένες. Η μετεγχειρητική ακτινοθεραπεία δίνεται μόνο εάν το άτομο δεν είχε υποβληθεί σε προεγχειρητική ακτινοθεραπεία.
  3. Ως ριζική θεραπεία, όταν ο ασθενής δεν είναι σε θέση να χειρουργηθεί λόγω άλλων προβλημάτων υγείας. Στην περίπτωση αυτή η ακτινοθεραπεία χορηγείται ως μόνη θεραπεία ή σε συνεδυασμό με χημειοθεραπεία, εφόσον το επιτρέπει η κατάσταση της υγείας του/της ασθενούς.
  4. Ως ανακουφιστική θεραπεία, αν η νόσος έχει επεκταθεί σε άλλες περιοχές του σώματος, όπως τα οστά ή ο εγκέφαλος.
Share

Χημειοθεραπεία και γεύση

Τι είναι οι γεύσεις;


Υπάρχουν συνολικά 4 κύριες γεύση: το γλυκό, το ξινό, το πικρό και το αλμυρό. Η αίσθηση της γεύσης εντοπίζεται στη γλώσσα. Εκεί, υπάρχουν ειδικοί «αισθητήρες» οι οποίοι ενεργοποιούνται καθώς μασάμε την τροφή μας και αυτή αναμειγνύεται με το σάλιο. Οι αισθητήρες της γλώσσας στέλνουν, στη συνέχεια, μηνύματα προς τον εγκέφαλο σχετικά με το τι γεύση έχει το φαγητό που τρώμε. Ο εγκέφαλος επεξεργάζεται αυτές τις πληροφορίες και αναγνωρίζει τις διαφορετικές γεύσεις.

Ποια είναι τα αίτια αλλαγής της γεύσης;


Οι αλλαγές στη γεύση είναι συχνές κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας. Μερικοί ασθενείς περιγράφουν «μεταλλική» ή «χημική» γεύση. Ο ακριβής λόγος που συμβαίνει αυτό, δεν είναι απόλυτα γνωστός, αν και -εύλογα- θεωρείται πως προέρχεται από καταστροφή των αισθητήριων κυττάρων της γεύσης που βρίσκονται μέσα στη στοματική κοιλότητα και τα οποία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στη χημειοθεραπεία. Η αλλαγή στη γεύση μπορεί να οδηγήσει σε απώθηση λήψης τροφής, απώλεια της όρεξης και κατά συνέπεια απώλεια βάρους, γι’ αυτό και πρέπει να ενημερώσετε το γιατρό σας αν παρουσιάζετε τέτοια συμπτώματα. Χημειοθεραπευτικά φάρμακα που συχνά προκαλούν αλλαγές στη γεύση είναι η σισπλατίνη, η κυκλοφωσφαμίδη, η δοξορουβικίνη, η 5-φθοριο-ουρακίλη, η πακλιταξέλη και η βινκριστίνη. Οι αλλαγές στη γεύση που προκαλούνται από τη χημειοθεραπεία συνήθως σταματάνε 3 έως 4 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας.

Εκτός όμως από τη χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία στην περιοχή της κεφαλής-τραχήλου μπορεί να προκαλέσει βλάβη στους υποδοχείς της γεύσης και στους σιελογόνους αδένες ή ακόμα και στην αίσθηση της όσφρησης (αναλόγως σε ποια περιοχή ακτινοβολείται κάποιος/α). Επειδή η όσφρηση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γεύση, αλλαγές στη μία μπορεί να επηρεάσουν και την άλλη. Η βελτίωση της γεύσης μετά από ακτινοθεραπεία επέρχεται συνήθως 3 εβδομάδες έως 2 μήνες μετά το πέρας της θεραπείας, ενώ η βελτίωση μπορεί να συνεχίζεται μέχρι και ένα έτος.

Άλλοι παράγοντες που μπορούν να συμμετέχουν στις αλλαγές της γεύσης είναι οι χειρουργικές επεμβάσεις στην περιοχή του στόματος, ο τραυματισμός των νεύρων, η χρήση αντιβιοτικών, κλπ.

Τι μπορώ να κάνω για να βελτιώσω την αίσθηση της γεύσης μου;


Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κάποια ειδική θεραπευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της δυσγευσίας από τη χημειοθεραπεία (τουλάχιστον κατά το χρόνο γραφής του άρθρου). Ωστόσο, υπάρχουν μερικές πρακτικές-εμπειρικές συμβουλές που ίσως σας βοηθήσουν να βελτιώσετε την αίσθηση της γεύσης σας.

1. Επιλέξτε τρόφιμα που είναι αρεστά σε εσάς ως προς τη γεύση, την όσφρηση αλλά και την όψη. Ωστόσο, αν έχετε τη δυνατότητα, ζητήστε από κάποιο άτομο του περιβάλλοντός σας να προετοιμάσει το φαγητό, για να μην εκτεθείτε στις έντονες οσμές της κουζίνας.
2. Τρώτε μικρά και συχνά γεύματα, αντί για μεγάλα και λίγα. Είναι σημαντικό να μην χάνετε σωματικό βάρος κατά τη διάρκεια των θεραπειών σας.
3. Αν το φαγητό σας δίνει την εντύπωση της μεταλλικής γεύσης, χρησιμοποιήστε πλαστικά σκεύη και μαχαιροπήρουνα.
4. Δοκιμάστε σταγόνες από λεμόνι (χωρίς ζάχαρη), μαστίχες ή μέντα.
5. Τρώτε φρέσκα φρούτα και λαχανικά αντί για συσκευασμένα.
6. Κάντε στοματικές πλύσεις με μαγειρική σόδα και αλάτι προτού ξεκινήσετε το γεύμα σας. Ξεπλένετε καλά με νερό.
7. Διατηρείτε τη στοματική σας υγιεινή και πλένετε τα δόντια σας. Είναι δυνατό η κακή στοματική υγιεινή επιδεινώνει την δυσγευσία.
8. Αφήνετε το φαγητό σας να κρυώσει ή να έρθει σε θερμοκρασία δωματίου. Αυτό μπορεί να μειώσει τις έντονες γεύσεις και οσμές, κάνοντάς τες πιο εύκολα ανεκτές.
10. Αν το κόκκινο κρέας έχει περίεργη γεύση, δοκιμάστε άλλες τροφές πλούσιες σε πρωτεΐνες όπως κοτόπουλο, ψάρι, αυγά ή τυρί.
11. Αναμειγνύετε φρέσκα φρούτα με παγωτό ή γιαούρτι.

«Πειραματιστείτε» με τα γεύματα σας και ανοίξτε το μυαλό σας στην ποικιλία. Αν το φαγητό έχει πικρή γεύση, προσθέστε κάποια γλυκαντική ουσία. Αν το φαγητό έχει γλυκιά γεύση, προσθέστε σταγόνες λεμονιού ή κάτι αντίστοιχο.

Σε κάθε περίπτωση συμβουλευτείτε το θεράποντα ιατρό σας.

Ενδεικτική βιβλιογραφία


1. http://www.cancer.org/
2. Rehwaldt, M. et al. Self-care strategies to cope with taste changes after chemotherapy. Oncol. Nurs. Forum 36, E47–56 (2009).
3. IJpma, I., Renken, R. J., Horst, G. J. Ter & Reyners, A. K. L. Metallic taste in cancer patients treated with chemotherapy. Cancer Treat. Rev. 41, 179–186 (2015).
4. Hong, J. H. et al. Taste and odor abnormalities in cancer patients. J. Support. Oncol. 7, 58–65 (2009).

Share

Η αντιδιουρητική ορμόνη

Τί είναι η αντιδιουρητική ορμόνη;


Η αντιδιουρητική ορμόνη (Anti-Diuretic hormone, ADH) είναι μία ορμόνη που συντίθεται στον υποθάλαμο του εγκεφάλου. Ο υποθάλαμος είναι ένα τμήμα του εγκεφάλου, το οποίο βρίσκεται κάτω από το θάλαμο (εξού και η ονομασία του), το οποίο παράγει διάφορες νευρο-ορμόνες. Η αντιδιουρητική ορμόνη, λοιπόν, που συντίθεται στον υποθάλαμο, καταλήγει στον οπίσθιο λοβό της υπόφυσης μέσω νευρικών συνδέσεων και από εκεί εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος. Ο στόχος της εν λόγω ορμόνης είναι οι νεφροί και συγκεκριμένα ένας υποδοχέα στην επιφάνεια των αθροιστικών σωληναρίων. Εκεί η ορμόνη «λέει» στους νεφρούς να επαναρροφήσουν νερό από το πρόουρο, συμπυκνώνοντας έτσι τα ούρα και εξοικονομώντας νερό για τον οργανισμό. Μία άλλη ονομασία της αντιδιουρητικής ορμόνης είναι η βαζοπρεσσίνη, η οποία (ονομασία) προέρχεται από την αγγειοσυσπαστική της δράση, δηλαδή από την ικανότητά της να προκαλεί σπασμό των αγγείων (vasum είναι το αγγείο και press η πίεση).

Υποθάλαμος. Πηγή: http://www.trinity.edu/
Υποθάλαμος. Πηγή: http://www.trinity.edu/

Πότε παράγεται φυσιολογικά και τι δράσεις ασκεί η αντιδιουρητική ορμόνη;


Υπό φυσιολογικές συνθήκες η αντιδιουρητική ορμόνη εκκρίνεται όταν αυξάνεται η ωσμωτικότητα του εξωκυττάριου υγρού, πράγμα που συμβαίνει όταν κάποιος αφυδατώνεται. Όταν λοιπόν συμβεί αυτό τα νευρικά κύτταρα στον υποθάλαμο λειτουργούν ως «αισθητήτρες» της αυξημένης ωσμωτικότητας του αίματος και προκαλούν δύο βασικές απαντήσεις. Αφενός, δημιουργούν στο άτομο το αίσθημα της δίψας και αφετέρου επάγουν την έκκριση της αντιδιουρητικής ορμόνης, η οποία όμως είπαμε δρα στους νεφρούς δίνοντάς τους την «εντολή» να εξοικονομήσουν νερό επαναρροφώντας το.

Εκτός από την αύξηση της ωσμωτικότητας του εξωκυττάριου υγρού, η μείωση του όγκου του αποτελεί επίσης ερέθισμα για την έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης. Τέτοια περίπτωση για παράδειγμα είναι όταν συμβεί μεγάλη αιμορραγία και επέλθει το λεγόμενο ολιγαιμικό ή υποβολεμικό σοκ. Τότε εκκρίνονται μεγάλες ποσότητες της εν λόγω ορμόνης, στόχος της οποίας πλέον είναι οι λείες μυικές ίνες των αγγείων. Εκεί, προκαλεί αύξηση του τόνου των λείων μυικών ινών, σπασμό των αγγείων (η διάμετρος των αγγείων μικραίνει) με αποτέλεσμα αύξηση της πίεσης μέσα στα αγγεία, σε μια προσπάθεια του οργανισμού να διατηρήσει επαρκή αρτηριακή πίεση και κατά συνέπεια επαρκή αιμάτωση των ιστών.

Πότε διαταράσσεται η φυσιολογία της αντιδιουρητικής ορμόνης;


Οι διαταραχές της φυσιολογίας της αντιδιουρητικής ορμόνης μπορεί να είναι είτε προς την κατεύθυνση της αύξησης της δράσης της είτε προς την κατεύθυνση της μείωσης της δράσης της.

Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε το λεγόμενο σύνδρομο της «απρόσφορης» έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH, syndrome of inappropriate antidiuretic hormone secretion). Απρόσφορη έκκριση σημαίνει πως δεν υπάρχει πραγματικός λόγος που να χρειάζεται ο οργανισμός την αντιδιουρητική ορμόνη, παρολαυτά αυτή εκκρίνεται. Όταν συμβεί αυτό ο οργανισμός επαναρροφά περισσότερο νερό απ’ ό,τι χρειάζεται στην πραγματικότητα με αποτέλεσμα να «αραιώνεται» το πλάσμα του αίματος και να δημιουργείται υπονατριαιμία. Η υπονατριαιμία με τη σειρά της μπορεί να οδηγήσει σε διάφορα συμπτώματα, τα πιο σοβαρά εκ των οποίων είναι αυτά του κεντρικού νευρικού συστήματος. Στην ογκολογία, συγκεκριμένα, είναι δυνατόν ο ίδιος ο όγκος να παράγει πρωτεΐνες οι οποίες συγγενεύουν χημικά με την αντιδιουρητική ορμόνη και μέσω αυτών να προκαλείται το εν λόγω σύνδρομο. Ένας από τους πλέον συχνούς όγκους που συνδέεται με απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης είναι το μικροκυτταρικό καρκίνωμα του πνεύμονα, ωστόσο και άλλα κακοήθη νεοπλάσματα μπορούν να την προκαλέσουν.

Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να μην παράγεται επαρκής αντιδιουρητική ορμόνη (κεντρικός άποιος διαβήτης) ή να παράγεται μεν αλλά να μην έχει δράση στους νεφρούς (νεφρογενής άποιος διαβήτης). Στις καταστάσεις αυτές ο οργανισμός κινδυνεύει από αφυδάτωση και υπερνατριαιμία. Ο κεντρικός άποιος διαβήτης μπορεί να οφείλεται π.χ. σε κακώσεις της βάσης του κρανίου που προκαλούν τραυματισμό του υποθαλάμου ή σε όγκους της περιοχής.

Share