Ογκολογία

Ένας διαδικτυακός τόπος για την ογκολογία

Καρκινικοί δείκτες

Τι είναι οι καρκινικοί δείκτες;


Οι καρκινικοί δείκτες είναι χημικές ουσίες, ως επί το πλείστον πρωτεΐνες, που βρίσκονται στο αίμα και παράγονται τόσο από τα φυσιολογικά κύτταρα όσο και τα καρκινικά- στη δεύτερη περίπτωση σε μεγαλύτερες ποσότητες. Οι δείκτες μπορεί να αυξηθούν στον καρκίνο αλλά και σε καλοήθεις καταστάσεις, γι’ αυτό η χρήση τους ως εργαλείων στην ογκολογία απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.

Πώς χρησιμοποιούνται οι καρκινικοί δείκτες στην ογκολογία;


Η χρησιμότητα των καρκινικών δεικτών είναι πολλαπλή στην ογκολογία.

  1. Πρόληψη. Στην περίπτωση αυτή χρησιμοποιούνται στα πλαίσια του προ-συμπτωματικού ελέγχου του γενικού πληθυσμού (screening test). Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA, Prostate Specific Antigen) που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση του καρκίνου του προστάτη σε άνδρες υψηλού κινδύνου για εμφάνιση της νόσου (δηλαδή για την ανίχνευση της νόσου προτού αυτή δώσει κλινικά συμπτώματα).
  2. Παρακολούθηση. Στην περίπτωση αυτή οι καρκινικοί δείκτες χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της ανταπόκρισης ενός ασθενούς στην αντινεοπλασματική θεραπεία. Συγκρίνονται δηλαδή οι τιμές του δείκτη πριν και μετά την θεραπεία. Για παράδειγμα μετά τη διενέργεια μιας ριζικής προστατεκτομής αναμένεται το PSA να πέσει σε μηδενικά επίπεδα, ενώ αν μετά από κάποιο χρονικό διάστημα αυξηθεί πάλι, τότε αυτό ονομάζεται βιοχημική υποτροπή της νόσου.
  3. Διάγνωση. Όταν ένας καρκινικός δείκτης είναι σημαντικά αυξημένος, μπορεί ν’ αποτελεί ένδειξη κακοήθους νόσου. Ωστόσο, από μόνοι τους, οι δείκτες δεν είναι ικανοί να τεκμηριώσουν τη διάγνωση του καρκίνου, γι’ αυτό μια αυξημένη τιμή συνδυάζεται συνήθως και με άλλες διαγνωστικές εξετάσεις, όπως υπερηχογράφημα, μαστογραφία, βιοψία, κλπ.
  4. Διαστρωμάτωση του κινδύνου. Η τιμή ενός καρκινικού δείκτη βοηθά ορισμένες φορές στην κατάταξη ενός ήδη διεγνωσμένου όγκου σε χαμηλού, μέσου και υψηλού ρίσκου. Για παράδειγμα η τιμή του PSA στον καρκίνο του προστάτη, σε συνδυασμό με το μέγεθος του όγκου και το Gleason score, καθορίζει το βαθμό επικινδυνότητας του όγκου. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η τιμή της β2-μικροσφαιρίνης η οποία καθορίζει το στάδιο του πολλαπλού μυελώματος στο διεθνές σύστημα σταδιοποίησης (ISS).

Είναι οι καρκινικοί δείκτες αξιόπιστοι;


Οι καρκινικοί δείκτες δεν αποτελούν «πανάκεια», για διάφορους λόγους:

  1. Η αύξηση ενός δείκτη μπορεί να προκαλείται από μια κατάσταση ή ασθένεια που δεν σχετίζεται με καρκίνο. Ένα τέτοιο παράδειγμα, όπως είπαμε, είναι η αύξηση του PSA στην καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.
  2. Η τιμή ενός δείκτη μπορεί να παρουσιάζει σημαντική διακύμανση, γεγονός που δυσχεραίνει την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων για την πορεία της νόσου.
  3. Η τιμή ενός δείκτη μπορεί να μην αυξηθεί παρά μόνο όταν η νόσος είναι σε προχωρημένο στάδιο, γεγονός που καθιστά το δείκτη λιγότερο χρήσιμο για την πρόληψη.

Ποια είναι μερικά παραδείγματα καρκινικών δεικτών;


Υπάρχουν περισσότεροι από 20 δείκτες στη διεθνή βιβλιογραφία και ο αριθμός αυτός διαρκώς αυξάνει. Αναφέρουμε στη συνέχεια ορισμένα παραδείγματα που χρησιμοποιούνται στην καθημερινή κλινική πρακτική.

Η άλφα-φετοπρωτεΐνη (AFP, alpha fetoprotein) είναι μία πρωτεΐνη που κυκλοφορεί στο αίμα το εμβρύου και η οποία σταδιακά εξαφανίζεται και αντικαθίσταται από την λευκωματίνη (αλβουμίνη). Στους ενήλικες, η αύξηση της AFP συσχετίζεται με όγκους του ήπατος (ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα) και όγκους των γεννητικών κυττάρων.

Η β2-μικροσφαιρίνη (B2M, beta-2-microglobulin) είναι μία πρωτεΐνη που βρίσκεται στην επιφάνεια των εμπύρηνων κυττάρων και αποτελεί στοιχείο του μείζονος συμπλέγματος ιστοσυμβατότητας (Major Histocompatibility Complex, MHC). Το σύμπλεγμα αυτό περιλαμβάνει γονίδια που κωδικοποιούν πρωτεΐνες σχετικές με τη διάκριση των αυτο- και αλλο-αντιγόνων, δηλαδή του τι ο οργανισμός θεωρεί «δικό του» και τι θεωρεί «ξένο». Δηλαδή, η β2-μικροσφαιρίνη είναι στοιχείο του ανοσοποιητικού συστήματος. Έτσι, η αύξησή της συσχετίζεται με κακοήθη νοσημάτα του αιμοποιητικού και ανοσολογικού συστήματος, τα λεγόμενα λεμφοϋπερπλαστικά νοσήματα. Στην κατηγορία αυτή ανήκει το πολλαπλό μυέλωμα, η χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία και ορισμένα λεμφώματα. Παρολαυτά, η β2-μικροσφαιρίνη μπορεί ν’ αυξηθεί και σε νοσήματα του νεφρού, όπως π.χ. στη νεφρική ανεπάρκεια. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε αυξημένη παραγωγή της εν λόγω πρωτεΐνης, αλλά μειωμένη αποβολή που οδηγεί τελικά σε συσσώρευσή της.

Η βήτα-χοριακή γοναδοτροπίνη (beta-hCG) είναι γνωστή και ως «ορμόνη της εγκυμοσύνης». Η εν λόγω ορμόνη παράγεται φυσιολογικά από κύτταρα του πλακούντα (τη συγκυτιοτροφοβλάστη) μετά την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου στο ενδομήτριο. Ανιχνεύεται στα ούρα με τα διάφορα τεστ εγκυμοσύνης, ενώ μπορεί να μετρηθεί και στο αίμα. Στην ογκολογία, όμως, η αύξηση της βήτα-χοριακής γοναδοτροπίνης συσχετίζεται με το χοριοκαρκίνωμα που αποτελεί όγκο του πλακούντα καθώς επίσης και με όγκους των όρχεων.

Η καλσιτονίνη (calcitonin) είναι μία ορμόνη που παράγεται φυσιολογικά από τα παραθυλακικά κύτταρα «C» του θυρεοειδούς αδένα. Ο ρόλος της είναι στο να ρυθμίζει τα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα. Σε μια σπάνια μορφή του καρκίνου του θυρεοειδούς αδένα, το μυελοειδές καρκίνωμα, που προέρχεται από τα παραθυλακικά κύτταρα «C», η καλσιτονίνη αυξάνει.

Το καρκινοεμβρυικό αντιγόνο (CEA, carcinoembryonic antigen) συσχετίζεται με τον ορθοκολικό καρκίνο και τον καρκίνο του μαστού.

Το CA19-9 συσχετίζεται με τον καρκίνο του παγκρέατος και του στομάχου.

Το CA15-3 είναι ένας δείκτης που συσχετίζεται με τον καρκίνο του μαστού. Πρόκειται για μία πρωτεΐνη που παράγεται από το γονίδιο MUC1 και της οποίας η λειτουργία δεν είναι απολύτως γνωστή. Χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση της πορείας της νόσου σε ασθενείς με ήδη διεγνωσμένο καρκίνο του μαστού και της αποτελεσματικότητας της θεραπευτικής αγωγής στην οποία υποβάλεται η ασθενής. Έτσι, μια μείωση του CA15-3 μετά την εφαρμογής μιας θεραπείας μπορεί να σημαίνει καλή ανταπόκριση του όγκου στη θεραπεία, ενώ η απουσία μεταβολής ή η αύξηση του CA15-3 μπορεί να σημαίνει αντίσταση στη θεραπεία. Επίσης, η αύξηση του CA15-3 μπορεί να είναι το πρώτο σημείο μιας επικείμενης υποτροπής της νόσου. Επιπλέον, η μέτρηση του CA15-3 μπορεί να μειώσει σε ένα βαθμό την συχνότητα των απεικονιστικών εξετάσεων, όπως αξονικές τομογραφίες και σπινθηρογραφήματα. Επειδή τα επίπεδα του CA15-3 ενδέχεται να μην είναι αυξημένα στα αρχικά στάδια του καρκίνου του μαστού, η εξέταση δεν προσφέρεται ως δοκιμασία προ-συμπτωματικού ελέγχου του γενικού πληθυσμού (screening test). Επιπλέον, το CA15-3 μπορεί να αυξηθεί και σε άλλες παθολογικές καταστάσεις, όπως η χρόνια ενεργός ηπατίτιδα, η κίρρωση του ήπατος, η σαρκοείδωση, ο υποθυρεοειδισμός, η μεγαλοβλαστική αναιμία, κλπ. Ως φυσιολογικές τιμές για το CA15-3 λαμβάνονται οι τιμές < 30 U/ml.

Το ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA, Prostate Specific Antigen) είναι ένα ένζυμο, συγκεκριμένα μία πεπτιδάση, που παράγεται φυσιολογικά από τα επιθηλιακά κύτταρα του προστάτη αδένα. Το PSA ρευστοποιεί το σπέρμα επιτρέποντας στα σπερματοζωάρια να κινούνται ελεύθερα. Η αύξηση του PSA στο αίμα συσχετίζεται με τον καρκίνο του προστάτη, αλλά και με άλλες καλοήθεις καταστάσεις, όπως η καλοήθης υπερπλασία του προστάτη ή οι χρόνιες προστατίτιδες. Επειδή, ακριβώς, το PSA δεν είναι απολύτως ειδικό για τον καρκίνο του προστάτη, μερικές φορές εκτιμάται το ποσοστό του «ελεύθερου» PSA (free PSA), δηλαδή του PSA που δεν είναι προσδεδεμένο με άλλες πρωτεΐνες προς το συνολικό PSA. Υπάρχουν κάποια στοιχεία που υποστηρίζουν πως όσο μικρότερο είναι το ποσοστό του «ελεύθερου» PSA, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα η αύξηση να οφείλεται σε καρκίνο του προστάτη. Μια άλλη προσέγγιση είναι να μετριέται η «ταχύτητα» με την οποία αυξάνεται το PSA ανά έτος σε μονάδες ng/mL ανά έτος (PSA velocity) ή ο «χρόνος διπλασιασμός του PSA» (PSA doubling time), δηλαδή ο χρόνος που πρέπει να περάσει ώστε η τιμή του PSA να διπλασιασθεί σε διαδοχικές μετρήσεις. Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να μεταβείτε στο άρθρο για το ειδικό προστατικό αντιγόνο .

Η ειδική νευρωνική ενολάση (NSE, Neuron Specific Enolase) είναι ένα ένζυμο, που αυξάνεται σε περιπτώσεις μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα (SCLC) ή όγκων νευροενδοκρινικής προέλευσης, όπως τα καρκινοειδή, οι όγκοι των νησιδίων του παγκρέατος και το νευροβλάστωμα. Η NSE μπορεί ν’ αυξηθεί επίσης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε νευροεκφυλιστικές νόσους. Για ν’ αναδείξουμε την προσοχή που χρειάζεται η ερμηνεία των δεικτών, αναφέρουμε ότι η αιμόλυση, δηλαδή η καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων του αίματος, μπορεί να οδηγήσει σε τεχνητή αύξηση της NSE στο αίμα, αφού τα ερυθροκύτταρα περιέχουν το εν λόγω ένζυμο.

Το ασβέστιο του αίματος  μπορεί ν’ αυξηθεί σε διάφορα κακοήθη νοσήματα, όπως στο πολλαπλό μυέλωμα, καθώς επίσης και σε νεοπλάσματα του πνεύμονα (πλακώδη καρκινώματα) και του μαστού, συνήθως σε προχωρημένα στάδια. Επιπλέον, οι οστεολυτικές μεταστάσεις ανεξαρτήτως πρωτοπαθούς όγκου, μπορεί να οδηγήσουν σε υπερασβεστιαιμία. Πάντως, μία αύξηση του ασβεστίου σε έναν κατά τ’ άλλα υγιή ασθενή δεν θέτει σε καμία περίπτωση τη διάγνωση του καρκίνου, αφού υπάρχουν πολλές άλλες παθήσεις μη-κακοήθεις που επίσης αυξάνουν το ασβέστιο, όπως π.χ. ο υπερπαραθυρεοδισμός.

Για οποιεσδήποτε απορίες έχετε σχετικά με τους καρκινικούς δείκτες, συμβουλευτείτε το θεράποντα ιατρό σας.

Βιβλιογραφία


1. Mosby’s Manual of Diagnostic and Laboratory Tests 5th edition.
2. Henry’s Clinical Diagnosis and Management by Laboratory Methods: Expert Consult – Online and Print, 22 edition.
3. Duffy, M. J. et al. High preoperative CA 15-3 concentrations predict adverse outcome in node-negative and node-positive breast cancer: study of 600 patients with histologically confirmed breast cancer. Clin. Chem. 50, 559–563 (2004).
4. Duffy, M. J. Serum tumor markers in breast cancer: are they of clinical value? Clin. Chem. 52, 345–351 (2006).

Share